27 November 2017

Οι Σλάβοι στην Πελοπόννησο



του Περικλή Ροδάκη, συγγραφέα-ιστορικού,
Feltor's blog, 13 & 30/5/2011

Τα Σλαβικά τοπωνύμια και ειδικά τα μακροτοπωνύμια (αστικά) που έχουν μείνει σ’ όλη την Ελλάδα και ειδικά στην Πελοπόννησο, είναι αψευδείς μάρτυρες της μακροχρόνιας παρουσίας Σλάβων σ’ αυτούς τους χώρους. Και για να μείνουν τα τοπωνύμια πάνω από χίλια χρόνια αδιατάρακτα ανάμεσα στους Έλληνες που έζησαν σε αυτά τα μέρη θα πει ότι η παρουσία των Σλάβων ήταν έντονη και μακροχρόνια. Το γεγονός αυτό έκανε το Γερμανό ιστορικό Φαλμεράγιερ να πει ότι η Ελλάδα εκσλαβίστηκε και ότι δεν έμεινε ζωντανός Έλληνας μετά το πέρασμα από δω των Σλάβων. Κι όμως οι Σλάβοι αυτοί εξελληνίστηκαν! Ο Ελληνισμός είχε τη δύναμη να τους αφομοιώσει και μακροπρόθεσμα να γίνουν δυναμικά στοιχεία του Ελληνισμού αποβάλλοντας ακόμα και το ένδυμα του Σλάβου.
Σ’ όλη την Ελλάδα έχουν καταγραφεί, κατά τον Γερμανό ιστορικό Μάξ Βάσμερ (Vasmer) 2.123 μακροτοπωνύμια δηλαδή τοπωνύμια αστικών κέντρων και δεκάδες χιλιάδες μικρότερα τοπωνύμια ή αγροτικές περιοχές καθώς και χιλιάδες λέξεις, που πέρασαν και μετά πλάστηκαν για να γίνουν λειτουργικές στην Ελληνική γλώσσα. Για παράδειγμα αναφέρουμε εδώ τις πολύ κοινές λέξεις της νεοελληνικής γλώσσας λόγγος, λαγκάδα, βάλτος.
Μία ακόμη παρατήρηση πάνω στα Σλαβικά τοπωνύμια, είναι αρκετά διαφωτιστική για τον τρόπο που έγινε η εγκατάσταση στον Ελλαδικό χώρο. Τα Σλάβικα τοπωνύμια εντοπίζονται βασικά σε ορεινές περιοχές και πολύ λιγότερα σε πεδινές περιοχές και ελάχιστα σε παράλια. Οι Σλάβοι που διείσδυσαν στον Ελλαδικό χώρο έμειναν στις πλαγιές των βουνών και ασχολούνταν βασικά με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Πολλά από τα τοπωνύμια που προϋπήρχαν είναι απλή μετάφραση στα Σλάβικα. Έτσι Χελμός ονομάστηκαν τα Αρόανια όρη. Στα Ελληνικά τα Αρόανια σήμαιναν Μεγάλο όρος και το Χελμός στα Σλάβικα σημαίνει το ίδιο ακριβώς. Και η δεύτερη κορυφή των Αροανίων λεγόταν στα Ελληνικά Τριανταφυλλιά. Οι Σλάβοι την ονόμασαν Ντουρυτουβάνα που σημαίνει το ίδιο: Τριανταφυλλιά.


Τα μακροτοπωνύμια σλαβικής προέλευσης που αριθμούνται 2123 κατά το Μαξ Βάσμερ κατανέμονται ως εξής στις περιοχές της Ελλάδας: Μακεδονία 730, Θράκη 45, Ήπειρος 412, Θεσσαλία 165, Αιτωλοακαρνανία 98, Ευρυτανία 48, Φθιώτιδα 55, Φωκίδα 45, Βοιωτία 22, Αττική 18, Πελοπόννησος 429, Εφτάνησα 16, Εύβοια 19, Νησιά του Αιγαίου 4 και Κρήτη 17. Τα μακροτοπωνύμια δείχνουν την έκταση της Σλαβικής εγκατάστασης στον Ελλαδικό χώρο. Επειδή μας ενδιαφέρει ειδικά η Πελοπόννησος και η εγκατάσταση εδώ των Σλάβων, ακολουθεί μία ανάλυση των 429 μακροτοπωνυμίων της Πελοποννήσου. Έτσι έχουμε: Κορινθία 24, Αργολίδα 18, Αχαΐα 95, Ήλιδα 34, Τριφυλλία 42, Αρκαδία 94. Όμως εδώ δεν αναφέρονται δύο περιοχές όπου είχαν εγκατασταθεί Σλάβοι και μάλιστα ισχυρές ομάδες Σλάβων: η Λακωνία και η Μεσσηνία. Πρέπει να έγιναν κι’ εδώ εγκαταστάσεις Σλάβων, μετά τις πρώτες εγκαταστάσεις. Πρόκειται για τους περίφημους Μίληγγες και τους Εζερίτες που εντοπίζονται στον Ταΰγετο, αλλά στον Ερύμανθο και στο Χελμό.
Οπωσδήποτε τα μακροτοπωνύμια που δηλώνουν την ύπαρξη Σλάβων δείχνουν κάτι σημαντικό. Οι Σλάβοι δεν πρέπει να πέρασαν από τον Ισθμό της Κορίνθου. Κατέβηκαν από την Αιτωλοακαρνανία και πέρασαν από το Αντίρριο- Ρίο. Ο μεγάλος αριθμός μακροτοπωνυμίων δείχνει την πορεία τους προς τα ΒΔ. και Δ. της Πελοποννήσου. Ακολούθησαν δηλαδή το δρόμο που είχαν ακολουθήσει στην αρχαιότητα διάφορα φύλα για να φτάσουν στην Πελοπόννησο: Πελασγοί, Ίωνες, Αρκάδες, Αζάνες, Λυκάονες και τελικά οι Δωριείς.
Η εμφάνιση των Σλάβων στη Βαλκανική
 Οι Σλάβοι ως τα χρόνια του Ιουστινιανού (βασίλευσε από το 527 έως το 565) κινούνταν ως το Δούναβη μαζί με τους Αβάρους. Λίγο μετά το θάνατο του Ιουστινιανού, το 582, Άβαροι με Σλάβους χτυπάνε και καταλαμβάνουν το Σίρμιο, ένα σημαντικό φρούριο, κοντά στο σημερινό Βελιγράδι, στις όχθες του ποταμού Σαύου. Το Σίρμιο ήταν φρούριο και παράλληλα σημαντικό διοικητικό κέντρο και μεγάλος συγκοινωνιακός κόμβος. Από το Σίρμιο θα ξεχυθούν στη Β. Βαλκανική τα πλήθη των Σλάβων. Οι Σλάβοι καταλαμβάνουν κατά ομάδες κάποιους χώρους και μένουν κυρίαρχοι. Κυνηγάνε από το συγκεκριμένο χώρο τις δυνάμεις που αντιπροσώπευαν το Βυζάντιο (Ανατολική Ρωμαϊκή Δημοκρατία). Οι Βυζαντινές δυνάμεις θα αποτραβηχτούν σε άλλες ισχυρές πόλεις. Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών, γεωργοί ή κτηνοτρόφοι μένουν στο χώρο. Οι Σλάβοι νικητές θα σχηματίσουν έναν υποτυπώδη μηχανισμό και θα διαμορφώσουν κάποιο κρατικό μόρφωμα που στις Βυζαντινές πηγές αναγράφεται ως Σκλαβηνία.
Καθώς κατάρρευσαν οι στρατιωτικές δυνάμεις των Βυζαντινών στην περιοχή του Δούναβη, οι Σλάβοι διεισδύουν στο χώρο της Β. Βαλκανικής και φτάνουν και στην περιοχή Μακεδονίας και Ηπείρου όπου δημιουργούν μία σειρά Σκλαβηνίες. Η επέκταση των Σλάβων στον Ελλαδικό χώρο θα συνεχιστή ως το 641. Στο διάστημα αυτό οι Σλάβοι έχουν περάσει και στην Πελοπόννησο και σε κάποια νησιά του Αιγαίου. Υπάρχει μία διαφορά για τους Σλάβους στην Πελοπόννησο. Δεν γνωρίζουμε αν δημιούργησαν Σκλαβηνίες. Οι πηγές δεν αναφέρουν τίποτα. Στη Μακεδονία αναφέρονται συγκεκριμένες Σκλαβηνίες:  Οι Δρογουβίτες στη ΒΔ Μακεδονία|(περιοχή Βέροιας και βορειότερα), οι Βελζήτες, στην περιοχή Μοναστηριού, οι Σαγουδάτες νοτιότερα των Δρογουβιτών, οι Βελεγεζήτες στη Θεσσαλία και οι Βαϊουνίτες κάπου προς την Ήπειρο. Όλα αυτά αναφέρονται στις αρχές του 7ου αιώνα. Στα τέλη του 7ου αιώνα αναφέρονται και άλλες Σκλαβηνίες: οι Ρηγχίνοι, στις εκβολές του Αλιάκμονα, οι Στρυμονίτες στην κοιλάδα του Στρυμόνα και λίγο αργότερα αναφέρονται και οι Σμολεάνες κοντά στο Νέστο ποταμό.
Στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο δεν αναφέρονται Σκλαβηνίες: Όμως έφτασαν και εδώ Σλάβοι. Κατέλαβαν περιοχές και εκτόπισαν τις Βυζαντινές δυνάμεις, αλλά δεν έκαναν αυτόνομα κρατικά μορφώματα. Οι Βυζαντινοί θα γυρίσουν σύντομα και θα επιβάλουν την εξουσία τους, αναγνωρίζοντάς τους Σλάβους που είχαν εγκατασταθεί εκεί κατόχους σ’ ορισμένα σημεία. Στην Πελοπόννησο έχουμε εγκατάσταση Σλάβων στο Χελμό τον Ερύμανθο και στην Αρκαδία από την πρώτη εισβολή τους. Όμως δεν αναφέρεται Σκλαβηνία. Οπωσδήποτε έδιωξαν τους Βυζαντινούς άρχοντες και πήραν τη θέση τους. Δεν φαίνεται να κάνουν κρατικό μόρφωμα. Οι Βυζαντινοί που κρατάνε τις πόλεις και τα παράλια τους απώθησαν νωρίς προς τις πλαγιές των βουνών. Από κει θα κάνουν επιδρομές στους κάμπους, αλλά αρχικά δεν έχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Στις αρχές του 8ου αιώνα η Πελοπόννησος γνωρίζει μια τρομερή καταστροφή: χτυπιέται από την πανούκλα. Ο πληθυσμός της αφανίζεται και η χώρα σχεδόν ερημώνεται. Και όταν περάσει η πανούκλα, η χώρα βρίσκεται στο έλεος των Αράβων πειρατών (Σαρακηνών). Τότε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Ε’ (741-775) αποφασίζει να μεταφέρει εδώ ένοπλα τμήματα, «τύπου ακριτών», για να προστατεύσουν την χώρα. Έτσι κατόρθωσε να μισθώσει δυο ομάδες Σλάβων: τους Μίληγγες και τους Εζερίτες, που τους τοποθέτησε στις πλαγιές του Ταΰγετου και του Ερυμάνθου.
Οι του Ταϋγέτου ανέλαβαν τον έλεγχο των Ν. παραλίων της Πελοποννήσου και εκείνες του Ερυμάνθου τα Δ. παράλια προς το Ιόνιο Πέλαγος. Την ίδια εποχή εγκαθίστανται και στα Αροάνια(Χελμός) για τον ίδιο σκοπό. Αυτές οι δυο εγκαταστάσεις θεωρούνται Σκλαβηνίες.
Αυτοί οι Σλάβοι φρουροί ήταν αυτόνομοι και πολλές φορές θα εξεγερθούν κατά των Βυζαντινών, αλλά πάντα υποτάσσονταν στις ένοπλες βυζαντινές δυνάμεις χωρίς να εκδιώκονται και μένουν υποτελείς του Βυζαντίου στην ίδια περιοχή.
Στα χρόνια του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α’(802- 811) οι Σλάβοι της Πελοποννήσου αποστάτησαν και προχώρησαν σε αρπαγές των γύρω περιοχών. Στη συνέχεια συμμάχησαν με Σαρακηνούς πειρατές που είχαν κατακλύσει τότε το Αιγαίο και χτύπησαν την ισχυρότερη πόλη της Πελοποννήσου, την Πάτρα. Την πολιόρκησαν, αλλά δεν μπόρεσαν να την καταλάβουν.
Ο θρύλος λέει ότι τους Σλάβους τους απέκρουσε ο Άγιος Ανδρέας. Οι Μίληγγες και Εζερίτες υποτάχθηκαν και πάλι στους Βυζαντινούς, διατηρώντας μία κάποια αυτονομία και πλήρωναν φόρο υποτέλειας. Η υποταγή τους έγινε το 807 και ο φόρος υποτέλειας δίνονταν στον Άγιο Ανδρέα της Πάτρας
Λίγο μετά την ήττα τους στην επίθεση κατά της Πάτρας, οι Σλάβοι εξεγέρθηκαν και πάλι αρνήθηκαν να πληρώσουν τους φόρους. Τότε στάλθηκε εναντίον τους ο στρατηγός του Βυζαντίου Σκληρός, αλλά δεν μπορεί να τους υποτάξει και να τους κάνει υποτελείς.
Τον πόλεμο κατά των Σλάβων θα συνεχίσει στα χρόνια του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ (842-867)ο πρωτοσπαθάριος Θεόκτιστος Βρυέννιος, ο οποίος πέτυχε να τους κάνει και πάλι, φόρου υποτελείς. Στα χρόνια του Λέοντα ΣΤ’ (866-912) οι Μίληγγες και Εζερίτες εξακολουθούν να είναι αυτόνομοι, αλλά πληρώνουν φόρο υποτέλειας. Στα χρόνια του Ρωμανού Α’ του Λεκαπηνού (920- 959) οι Μίληγγες και Εζερίτες, βρίσκονται και πάλι σε εξέγερση και αρνήθηκαν να πληρώσουν τους φόρους. Τότε στάλθηκε εναντίον τους ο Βυζαντινός Στρατιωτικός Κρηνίτης Αροτράς που τους υποχρέωσε να πληρώσουν και πάλι φόρους και μάλιστα αυξημένους (922). Λίγο μετά στο Βυζάντιο έχουμε την εξέγερση του πρωτοσπαθάριου Βάρδα Πολυπόδη. Οι Σλάβοι βρίσκουν και πάλι την ευκαιρία να εξεγερθούν, πετυχαίνοντας να μειώσουν και πάλι τους φόρους που τους είχαν επιβάλει, διατηρώντας μίαν αυτονομία.
Το 924 έχουμε νέα εισβολή Σλάβων(Σκλαβηνών) από την Μακεδονία στην Πελοπόννησο. Ακολούθησαν τον Βούλγαρο ηγεμόνα Συμεών. Η εισβολή επαναλήφθηκε το 927 και έμειναν στην Πελοπόννησο ομάδες Σλάβων και μετά την αποχώρηση του Συμεών.
Η εγκατάσταση των Σλάβων
 «Όπως όλοι οι βάρβαροι στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σπάνε τα σύνορα και μπαίνουν στο χώρο της Αυτοκρατορίας σέρνοντας συνήθως μαζί τους τις οικογένειες και τα γιδοπρόβατά τους, με σκοπό να εγκατασταθούν εκεί. Για να το πετύχουν αυτό χτυπούσαν τις ένοπλες δυνάμεις του Βυζαντίου που έλεγχαν μία συγκεκριμένη περιοχή. Δεν αφάνιζαν τον πληθυσμό της περιοχής. Και γι’ αυτό δεν εγκαθίστανται σε πεδιάδες. Έπιαναν τα ριζά των ορεινών όγκων και άφηναν τους κάτοικους να συνεχίζουν τη ζωή τους. Οι βάρβαροι που εισέβαλαν και έπιαναν μία περιοχή εγκαθιστούσαν ένα κάποιο κρατικό μόρφωμα παρόμοιο με κείνο που θα συναντήσουμε στα κατοπινά χρόνια στο Σούλι, που κυριαρχούσε στα γύρω του εξήντα χωριά και φυσικά κρατάνε και τα κοπάδια τους που βόσκουν στους ελεύθερους χώρους.
Οι πρώτοι Σλάβοι που εγκαθίστανται στην Πελοπόννησο έπιασαν τις πλαγιές των βουνών, ενώ τις πόλεις και τους κόμβους τα κρατούσαν οι Βυζαντινοί. Εκεί ζούσε ο Ελληνικός πληθυσμός που άντεξε τις καταστροφές που προκάλεσαν οι βάρβαροι οι οποίοι έφτασαν στα μέρη τους. Οι Σλάβοι έπιασαν τις πλαγιές των βουνών και εκδιώχτηκε ο πληθυσμός που ζούσε εκεί. Γι’ αυτό εδώ θα έχουμε χείμαρρους Σλαβικών τοπωνυμίων.
Εντελώς διαφορετική ήταν η εγκατάσταση Σλάβων στη Β. Βαλκανική. Στη Β. Βαλκανική οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες του 4ου και 5ου αιώνα αποφάσισαν να δημιουργήσουν ζώνες ασφαλείας της αυτοκρατορίας. Έδωσαν το χώρο που βρίσκεται μεταξύ του Δούναβη και του Αίμου και σε προέκταση και Δ. ως την Αδριατική σε σλαβικά φύλα, που θα έπαιρναν τον χαρακτήρα του Ομόσπονδου. Κάλεσαν αυτά τα φύλα που περιφέρονταν στους πέρα από το Δούναβη χώρους να εγκατασταθούν μόνιμα στο χώρο μεταξύ του Αίμου-Δούναβη. Και από το χώρο αυτό σήκωσαν όλο σχεδόν τον πληθυσμό και τον μετέφεραν σε άλλους χώρους( κύρια στη Μικρά Ασία). Τα κτήματα και τους οικισμούς τους παρέδωσαν στους ομόσπονδους Σλάβους, με τον όρο ότι θα υπερασπίζουν τα σύνορα του Δούναβη.
Σ’ αυτό το χώρο (μεταξύ του Αίμου-Δούναβη), που προηγούμενα ζούσαν εξελληνισμένοι ή εκρωμαϊσμένοι λαοί, δεν έμεινε τίποτα από την παλιά πολιτιστική παράδοση μια και μετακινήθηκαν οι πληθυσμοί. Οι νέοι κάτοικοι, τα σλαβικά φύλα, ανέπτυξαν εδώ δική τους γλώσσα και δικό τους πολιτισμό.
Φυσικά οι Σλάβοι δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους προς το βυζαντινό κράτος. Δε διαφύλαξαν τα σύνορα. Αντίθετα μάλιστα ήρθαν σε επαφή με τους πέρα από το Δούναβη ομοφύλους τους και τους Αβάρους και όλοι μαζί εισέβαλαν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και την ερήμωσαν φτάνοντας ως την Πελοπόννησο. Έτσι για ένα διάστημα κυριάρχησαν στον Ελλαδικό χώρο. Τι σημαίνει όμως αυτό το «κυριάρχησαν»; Ακριβώς για τούτη την περίοδο μιλάει ο Φαλμεράγιερ όταν λέει ότι η Ελλάδα εκσλαβίστηκε.
Τονίζουμε για άλλη μία φορά ότι παρά τις καταστροφές που προκάλεσε η αβαροσλαβικλή επιδρομή, ο ελληνικός πληθυσμός δεν αφανίστηκε. Οι ομάδες των Αβαροσλάβων που κυριάρχησαν, αριθμητικά ήταν ελάχιστες έναντι του πληθυσμού που επέζησε. Με την δύναμη των όπλων και κρατώντας βασικά ορεινά σημεία υπέτασσαν τα γύρω χωριά και τα υποχρέωναν να τους πληρώνουν φόρους. Ήταν και παρέμειναν ως το τέλος ένα είδος στρατού κατοχής. Πολλές από τις επιμέρους ομάδες έφερναν μαζί τους και τα κοπάδια τους και τις οικογένειές τους και εγκαταστάθηκαν σε ορεινές περιοχές, από όπου ασκούσαν την κυριαρχία τους στο γύρω χώρο. Κυριαρχούσαν πάνω στον ελληνικό πληθυσμό.
Γενικά οι ομάδες των Αβαροσλάβων εκδιώχτηκαν από το βυζαντινό στρατό. Στον ελλαδικό χώρο έμειναν μικρές μόνο ομάδες, ποιμένες στα ορεινά σημεία. Αυτές οι ομάδες που έμειναν αφομοιώθηκαν στον ελληνικό κορμό, ύστερα από αρκετά χρόνια. Και τότε, αυτές οι βαρβαρικές ομάδες θα ξεχάσουν και την γλώσσα τους και τις παραδόσεις τους και θα μάθουν τα νεοελληνικά. Και παράλληλα θα ενταχθούν στις νεοελληνικές παραδόσεις και στον αντίστοιχο πολιτισμό. Αν είχαν αφανίσει τους Έλληνες- όπως ισχυρίζεται ο πολύς Φαλμεράγιερ- πώς θα επικρατούσε η νεοελληνική γλώσσα και πώς θα εξαφανιζόταν το σλαβικό στοιχείο;
Στον ελλαδικό χώρο ο πληθυσμός παρέμεινε ελληνικός μέσα από όλες τις περιπέτειες. Και παρέμεινε ελληνικός πληθυσμός Ν. των ορίων του βυζαντινού κράτους της Β. Βαλκανικής, δηλαδή Νοτίως της γραμμής Αίμου- Σκάνδρου και Αδριατικής. Εκσλαβίστηκε μόνο η περιοχή που την εκκένωσαν οι Βυζαντινοί και την παραχώρησαν στους Σλάβους. Στα όρια βέβαια αυτά γίνεται πραγματικός αγώνας διείσδυσης συμπαγών σλαβικών ομάδων, αλλά χωρίς επιτυχία. Ο βασικός πληθυσμός των περιοχών αυτών παρέμεινε ελληνικός η εξελληνισμένος. Αυτοί οι τελευταίοι έδειξαν περισσότερο σταθερή αντοχή.
Οι Βυζαντινοί στα κατοπινά χρόνια εγκατέστησαν στα όρια του βυζαντινού χώρου διάφορες άλλες ομάδες με σκοπό την άμυνα της περιοχής. Ήταν κατά κύριο λόγο Βλάχοι που ως νομάδες κινούνταν σ’ όλη την Βαλκανική. Οι Βλάχοι αυτοί εξελληνίστηκαν γρήγορα και έγιναν βασικό στοιχείο του ελληνισμού.
Οι εισβολές βαρβάρων από τη Β. Βαλκανική συνεχίζονται τον 11ο αιώνα. Είναι κύρια Γότθοι, που τελικά φεύγουν από τον ελλαδικό χώρο χωρίς να αφήσουν ίχνη, της εδώ παρουσίας τους. Το Βυζάντιο τους εξαγόρασε και τους έστρεψε προς τη Δύση, εκτός από ένα μέρος που εντάχθηκε στο στρατό του Βυζαντίου. Η κίνηση των Γότθων μας δίνει τη χαρακτηριστική εικόνα των επιδρομών αυτών. Έφτασαν και αυτοί ως την Πελοπόννησο. Κατέστρεψαν πόλεις, έκαψαν κυριολεκτικά την χώρα και τελικά αποσύρθηκαν για να στραφούν προς την Ιταλία. Ο ελληνικός πληθυσμός αποδεκατίστηκε, αλλά παρέμεινε στη θέση του. Δεν αφάνισαν όλο τον πληθυσμό. Οι Γότθοι ήρθαν ως πολεμική ομάδα και όταν έφυγαν δεν άφηναν τίποτα δικό τους πίσω.
Το ίδιο θα γίνει αργότερα και με τους Αβάρους και Σλάβους. Έφτασαν και αυτοί ως την Πελοπόννησο και εγκατέστησαν για μία περίοδο την εξουσία τους εδώ και όταν λέμε εξουσία τους, εννοούμε ότι έπιασαν τα ορεινά μέρη και από εκεί υποχρέωσαν τα γύρω χωριά και τις πόλεις ακόμα να τους πληρώνουν φόρους. Οι ίδιοι ως πολεμική ομάδα κρατούσαν τα κοπάδια τους. Το καθεστώς των πολεμικών ομάδων μοιάζει με κείνο των Σουλιωτών που εξουσίαζαν τα 60 χωριά γύρω τους.
Η πολεμική ομάδα διατηρούσε αποκλειστική κοινωνία, ένα είδος απαρτχάιντ. Όταν αργότερα ο βυζαντινός στρατός θα τους αντιμετωπίσει, οι ηττημένες πολεμικές ομάδες θα σκορπίσουν. Και άλλοι θα πάρουν το δρόμο της υποχώρησης ακολουθώντας το δρόμο που ήρθαν προς τη Β. Βαλκανική, άλλοι θα εξοντωθούν και ένα μέρος θα δηλώσει υποταγή και θα παραμείνει είτε ενσωματωμένο στο βυζαντινό στρατό είτε ως τσοπάνηδες στα ορεινά μέρη. Οι δύο τελευταίες κατηγορίες θα αφομοιωθούν πολύ γρήγορα στον ελληνικό πληθυσμό. Πρόκειται για ασήμαντες αριθμητικά ομάδες που τελικά δέχονται τον ελληνικό πολιτισμό, τις ελληνικές παραδόσεις και την ελληνική γλώσσα, μπερδεμένη αρχικά, αλλά τελικά καθαρή ελληνική. Από τους Σλάβους των επιδρομών αυτών ελάχιστα ίχνη εντοπίζονται, παρόλο που περιφέρθηκαν αιώνες μέσα στον ελλαδικό χώρο.
Εντελώς διαφορετική είναι η κατάσταση με τους Σλάβους (Μίληγγες και Εζερίτες) που εγκατέστησαν οι Βυζαντινοί ως φρουρούς κατά των συχνών πειρατικών επιδρομών στην Πελοπόννησο (Ταΰγετο, Ερύμανθο και Χελμό). Η ιστορία των ομάδων αυτών είναι πολύ ενδιαφέρουσα από πολλές απόψεις. Διατήρησαν την ιδιαίτερή τους ταυτότητα, τη γλώσσα τους και τις χαρακτηριστικές τους πολιτιστικές παραδόσεις ως τα τέλη του 15ου αιώνα. Και τότε ξαφνικά εξαφανίζονται ως ιδιαιτερότητα και ενσωματώνονται στον ελληνικό πληθυσμό στην πορεία της διαμόρφωσης του ελληνικού έθνους. Και θα γίνουν ελληνικό έθνος στην τελική του διαμόρφωση. Αυτή τη διαφορά πρέπει να την εξετάσουμε πιο προσεκτικά. 
Οι Μίληγγες και Εζερίτες
Πρόκειται για μία ιδιαιτερότητα από τους βαρβάρους που θα μπούνε και θα εγκατασταθούν στην Πελοπόννησο. Οι σλαβικές τούτες ομάδες επέζησαν ως ανεξάρτητοι και αυτόνομοι για πολλούς αιώνες. Είναι αυτοί που αποτέλεσαν το βασικό επιχείρημα του Φαλμεράγιερ όταν υποστήριζε ότι η Ελλάδα εκσλαβίστηκε. Κι όμως και αυτοί εξελληνίστηκαν και μπήκαν στον κορμό του ελληνικού έθνους. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να σταθούμε ιδιαίτερα.


Πρώτα- πρώτα ποιοι είναι αυτοί οι Σλάβοι και που έχουν εγκατασταθεί. Οι βυζαντινές πηγές του 10ου αιώνα αναφέρουν ότι οι Σλάβοι ήταν εγκατεστημένοι στην Ηλεία, τη Μεσσηνία και τη Λακωνία. Ο συγγραφέας της Επιτομής του Στράβωνα γράφει συγκεκριμένα: βιβλίο Ζ’ σελ. 1261 ( Έκδοση Άμστερνταμ) και Κ. Παπαρρηγοπούλου «Περί εποικίσεως Σλαβικών τινών φύλων και Πελοποννήσου» σελ. 106 έκδ. 1843. «Νυν δε ουδέ όνομά εστιν Πισατών και Καυκώνων και Πυλίων. Άπαντα γαρ ταύτα Σκύθαι νέμονται». (Τώρα δεν υπάρχει ούτε το όνομα των Πισατών, των Καυκώνων και Πυλίων. Όλα αυτά τα νέμονται οι Σκύθες).
Και ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος (906-959) στο έργο του «Προς τον ίδιον υιόν», μιλώντας για την εκστρατεία που έγινε στα χρόνια του Μιχαήλ (που βασίλεψε από το 842 ως το 867) εναντίων των Σλάβων της Πελοποννήσου που αποστάτησαν, γράφει τα εξής: Κ. Πορφυρογέννητου: «Προς ίδιον νέον κεφ. Ε’ και Κ. Παραρρηγόπουλου στο ίδιο κεφ. 106. «Μόνοι δε οι Εζερίται και οι Μιληγγοί κατελήφθηκαν (ανυπότακτοι) υπό την Λακεδαιμονίαν και το Έλος και επειδή όρος εστίν εκείσε μέγα και υψηλότατον, καλούμενον Πενταδάκτυλος, και εισέρχεται ώσπερ τράχηλος εις την θάλασσαν έως πολλού διαστήματος, δια δε είναι τον τόπον δύσκολον, κατώκησαν εις τας πλευράς του αυτού όρους εν μεν τω ενί μέρει οι Μιληγγοί, εν δε τω ετέρω οι Εζερίται».
Αργότερα οι Σλάβοι αυτοί εντοπίζονται σε τρία κύρια σημεία της Πελοποννήσου: στον Ταΰγετο, στα Αροάνια ή Χελμό ( το δεύτερο αυτό όνομα -Χελμός- είναι σλάβικο) και στον Ερύμανθο, στα περίφημα Νεζεροχώρια (που και αυτό το όνομα είναι σλάβικο). Εδώ είχαν αφήσει την παρουσία τους σε πολλά τοπωνύμια (Αράχοβα, Στρέζοβα, Αναστάσοβα, Ζελίνα, Πετρίνα, Λεβέτσοβα, Ζαρούχλα, Ζάχωλη, Ζαχλωρού, Βεργουβίτσα Τουρλάδα, Κόκοβα, Μοστίτσι, Τσαρούχλι, Ζαγορά, Βάλτος, Κεράσοβα Τοπόριτσα. Γλόγοβα, Βλοβοκά. Κερνίτσα, Βοστίτσα, Βισοκά Σοποτό κλπ).
Η ύπαρξη αυτών των Σλάβων στάθηκε αφορμή στον Φαλμεράγιερ για να υποστηρίξει την άποψη ότι η Ελλάδα σκλαβώθηκε και ότι χάθηκαν οι Έλληνες. Αλλά δεν θεώρησε υποχρέωσή του να εξηγήσει, αν είχαν χαθεί οι Έλληνες, πώς διατηρήθηκε η ελληνική γλώσσα, την οποία τελικά θα πάρουν και αυτοί.
Σε μία επιστολή του πατριάρχη Νικολάου προς τον αυτοκράτορα Αλέξιον Α’ Κομνηνό( που βασίλεψε από το 1081 ως το 1118) αναφέρονται τα εξής: Η επιστολή δημοσιεύτηκε στα τέλη της Graeco- Rumaniq, tam Canonici quam Cinilis κλπ. εκδόσεις Φραγκφούρτης. Βλέπε και Κ. Παπαρρηγόπουλου στο ίδιο σελ. 2. « Προς επιτούτοις και ο θεοφιλέστατος μητροπολίτης Πατρών πολλοίς και διαφόροις τετείχισται δικαιώμασιν, εις το συμφυείς και ατμήτους και αναποσπάστους έχειν τας τη κατ’ αυτόν εκκλησία δωρηθείσας επισκοπάς, παρά Νικηφόρου βασιλέως του από γενικών, δια το εν τη καταστροφή των Αβάρων παρά του κορυφαίου των αποστόλων και πρωτοκλήτου Ανδρέου οφθαλμοφανώς γενόμενον θαύμα, επί διακοσίοις δεκαοκτώ χρόνοις όλοις κατασχόντων την Πελοπόννησον, και της Ρωμαϊκής αρχής αποτεμομένων, ως μηδέ πόδα βάλειν όλως δύνασθαι εν αυτή Ρωμαίον άνδρα, εν μία δε ώρα τούτων μεν αφανισθέντων εκ μόνης επιφανείας του πρωτοκλήρου, της δε χώρας απάσης τοις Ρωμαϊκοίς σκήπτροις επανελθούσης. Και πρώτον μεν προβάλλεται το του ρηθέντος βασιλέως χρυσόβουλλον, του και την αυτήν αγιωτάτην εκκλησίαν Πατρών, εξ αρχιεπισκοπής εις μητροπόλεως δόξαν αναγαγόντος, δια το ρηθέν τεράστιον του κορυφαίου και τρισίν επισκοπαίς αυτήν δωρησαμένου, τη Μεθώνη, τη Λακεδαίμονι και τη Σαρσοκορώνη και έτερον τούτω συνάδον, Λέοντος και Αλεξάνδρου των βασιλέων, και τρίτον Ρωμανού, Χριστόφορου και Κωνσταντίνου, κατ’ ίχνος τοις άλλοις βαίνον και άλλο επί τούτοις Νικηφόρου του Φωκά, και πέμπτον επί τούτοις, του προ μικρού βεβασιλευκότος του Βοτανειάτου, τους ειρημένους πάντας επισφραγίζοντος».
Για τα ίδια γεγονότα ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, στο «Προς ίδιον αυτού υιόν Ρωμανού» γράφει: Κ. Πορφυρογέννητου «Προς ίσιον υιόν Ρωμαίον» κεφ. ΜΘ και Κ. Παπαρρηγόπουλος στο ίδιο σελ.52. «Ο ζητών όπως τη των Πατρών εκκλησία οι Σκλάβοι δουλεύειν και υποκείσθαι ετάχθησαν, εκ της παρούσης μανθανέτω γραφής. Νικηφόρος τα των Ρωμαίων σκήπτρα εκράτει, και ούτοι εν τω θέματι όντες Πελοποννήσου, απόστασιν εννοήσαντες, πρώτον μεν τας των γειτόνων οικίας των Γραικών εξεπόρθουν, και εις αρπαγήν ετίθεντο. Έπειτα δε και κατά των οικητόρων της των Πατρών ορμήσαντες πόλεως τα προ του τείχους πεδία καταστρέφοντο και ταύτην επολιόρκουν… Επεί ουν ο τηνικαύτα στρατηγός υπήρχε προς την άκραν του θέματος εν κάστρω Κορίνθου και προσδοκία ην του παραγενέσθαι αυτόν και καταπολεμήσαι το έθνος των Σκλαβινών κλπ. κλπ
Ο Φαλμεράγιερ, χρησιμοποιώντας την επιστολή του πατριάρχη Νικολάου που λέει ότι οι Άβαροι, δηλαδή οι Σλάβοι -γιατί οι Βυζαντινοί τους Σλάβους τους αναγράφουν πολλές φορές Αβάρους- επειδή οι τελευταίοι ηγήθηκαν στις επιδρομές τους στη Βαλκανική, κυριάρχησαν για 218 χρόνια στην Πελοπόννησο πριν να καταστραφούν από το θαύμα του Άγιου Ανδρέα.
Και ότι χάρη σ’ αυτό το θαύμα ο αυτοκράτορας Νικηφόρος (που βασίλεψε από το 802 ως το 811) ανύψωσε την επισκοπή της Πάτρας σε μητρόπολη και της δώρησε άλλες επισκοπές. Με βάση αυτήν την επιστολή οι Αβαροσλάβοι αυτοί είχαν εγκατασταθεί στην Πελοπόννησο στα τέλη του 6ου αιώνα, δηλαδή είναι από την πρώτη, μεγάλη επιδρομή των Αβαροσλάβων στη Βαλκανική. Και από τη φράση «και της Ρωμαϊκής αρχής αποτεμομένων, ως μηδέ πόδα βάλειν, όλως δύνασθαι εν αυτή Ρωμαίων άνδρα», ο Φαλμεράγιερ υποστήριξε ότι οι Αβαροσλάβοι αυτοί εξαφάνισαν τον ελληνικό πληθυσμό. Να πως σχολιάζει τα όσα έγραψε ο Φαλμεράγιερ για την επιστολή του πατριάρχη Νικολάου, ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος (Κ. Παπαρρηγόπουλος: Περί της εποικίσεως Σλαβικών τινών φύλων εις την Πελοπόννησο σελ. 3-4) «Ο Βυζαντινός Πατριάρχης Νικόλαος (λέει ο γνωστός Φαλλμεραϋέρος εις μίαν του επιστολήν προς τον βασιλέα Αλέξιο τον Κομνηνόν εν έτει 1081 γεγραμμένην, μνημονεύει Χρυσοβούλλου τινός υπογεγραμμένου μεν υπό του βασιλέως Νικηφόρου, κατατεθειμένου δε εις τα αρχεία της Κωνσταντινουπόλεως, δυνάμει του οποίου η αρχιεπισκοπή των Πατρών ανεβιβάσθη εις τάξιν μητροπόλεως και υπετάχθησαν εις την αυτόθι εκκλησίαν του Αγίου Ανδρέου τρεις Πελοποννησιακαί επισκοπαί, τούτο δε ευγνωμοσύνης ένεκα δια την συνδρομήν την οποίαν ο κορυφαίος ούτος των αποστόλων παρέσχεν εις τους πολίτας των Πατρών εν τη μάχη καθ’ ην νικήσαντες ούτοι τον στρατόν των Πελοποννησίων Αβάρων προ των τειχών της πόλεώς των, τον ηνάγκασαν να λύσει την πολιορκίαν της. Η επιστολή του Πατριάρχου δεν σημειοί το έτος κατά το οποίον ο βασιλεύς Νικηφόρος υπέγραψε το ειρημένον χρυσόβουλλον, αλλά προστίθησιν, ότι η τεραστία εκείνη καταστροφή συνέβη διακόσια δεκαοκτώ έτη μετά την κατάσχεσιν της Πελοποννήσου υπό των Αβάρων. Ο Νικηφόρος εβασίλευσεν από το 802 μέχρι του 811 έτους, άρα η κατάκτησις της Πελοποννήσου υπό των Αβαρο-Σλάβων συμπίπτει μεταξύ των ετών 584 και 593. Προς τούτοις από τον Πορφυρογέννητον Κωνσταντίνον ηξεύρομεν, ότι στόλος Σαρακηνών υπεστήριξε τους αρχηγούς των Σλάβων εις την πολιορκίαν των Πατρών και ότι κατά την αυτήν εποχήν η τε Ρόδος και άλλαι πολλαί νήσοι του αρχιπελάγους ερημώθησαν από τας αποβάσεις των μωαμεθανών. Η κατά των Ελλινηκών νήσων προσβολή αύτη των Σαρακηνών συνέβη τω 807 έτει από Χριστού και έκτω της βασιλείας του Νικηφόρου άρα, κατά το 589 έτος από Χρ. αναμφιβόλως η Πελοπόννησος, εκτός ολιγίστων παραλίων, κατεκτήθη και κατασχέθη υπό των αρκτικών εθνών».
Σ’ όλη τη φιλολογία για την ερμηνεία της επιστολής του πατριάρχη Νικόλαου παραγνωρίζεται το ουσιαστικό: το ότι οι Σλάβοι (Άβαροι) κυριάρχησαν στην Πελοπόννησο. Το κυριάρχησαν σημαίνει ότι εξουσίαζαν κάποιους. Κατά συνέπεια κυριάρχησαν πάνω στον ελληνικό λαό. Και αυτό βγαίνει καθαρά και από τη διατήρηση της γλώσσας και των ελληνικών παραδόσεων. Το ότι δεν μπορούσε να πατήσει στο χώρο αυτό Ρωμαίος δε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν μέσα στο χώρο κυριαρχίας των Σλάβων υποταγμένοι Έλληνες ή Ρωμαίοι για τους Βυζαντινούς. Το ότι η Πάτρα και η Κόρινθος αλλά και άλλες πόλεις δεν υπάγονται στην κυριαρχία τους, σημαίνει ότι οι Βυζαντινοί πατούσαν σταθερά πόδι στην Πελοπόννησο. Άλλωστε, το ότι καταστράφηκαν εντελώς μέσα σε μια ώρα με την εμφάνιση του Αγίου Ανδρέα και η χώρα επανήλθε στο σκήπτρο των Ρωμαίων δηλώνει κάτι διαφορετικό.
Αυτοί λοιπόν οι Σλάβοι της Πελοποννήσου δεν ήταν πολλοί αριθμητικά σε σύγκριση με τον πληθυσμό. Ζούσαν σε αποκλειστική κοινωνία και αυτό τους εμπόδιζε να αφομοιωθούν στην ελληνική εθνότητα. Ως το 10ο σχεδόν αιώνα διατηρούσαν τη δική τους θρησκεία. Δεν ήταν χριστιανοί. Από το 10ο αιώνα άρχισε ο εκχριστιανισμός τους. Ζούσαν με τα κοπάδια τους, βασικά σε ορεινά μέρη. Μετά τις αλλεπάλληλες εξεγέρσεις τους οι Βυζαντινοί τους περιόρισαν στις πλαγιές του Ταΰγετου, του Ερύμανθου και του Χελμού. Όσοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι στη μεγάλη τους επιχείρηση κατά της Πάτρας, έγιναν δούλοι του ναού του Αγίου Ανδρέα.
Στα ορεινά καταφύγιά τους (Ερύμανθο, Χελμό, Ταΰγετο) έζησαν σε αγροτικές κοινότητες. Στον Ερύμανθο που ήταν η πολυπληθέστερη ομάδα Μιλήγγων και Εζεριτών καταστάλαξαν σε μία ομάδα μικρών χωριών (αγροτικών κοινοτήτων) που πήραν το σλαβικό όνομα Νεζερά ή Νεζεροχώρια, ονομασία που διατηρείται ακόμα και σήμερα. Και τα χωριά αυτά ήταν το Κομπηγάδι, τα Λακκώματα, τα Δεντρά, ο Πλάτανος, ο Καλάνος, η Καλανίστρα, του Μπούγα, οι Συκιές ή Ρικάβα, η Χρυσοπηγή και η Μονή Χρυσοποδαρίτισσας. Τα ονόματα των χωριών αυτών είναι καθαρά ελληνικά, αλλά η γενική προσωνυμία Νεζεροχώρια έχει σλαβική προέλευση. Στο Χελμό και ανάμεσα στον Ερύμανθο και το Χελμό αναφέρονται τα χωριά Στρέζοβα, Κυρίτσοβα, Αναστάσοβα και τα τοπωνύμια Αράχοβα, Χελμός, Ντουρντουβάνα. Στον Ταΰγετο οι Σλάβοι συγκρότησαν άλλες κοινότητες (Λεβέτσοβα, Ζέλινα, Πέτρινα κλπ.).
Οι Μίληγγες και Εζερίτες και στις τρεις περιοχές που περιορίστηκαν διατήρησαν μία αποκλειστική κοινωνία ως τη φραγκική κατάκτηση. Οι Φράγκοι προσπάθησαν να τους υποτάξουν πλήρως. Οι Σλάβοι τελικά εξομοιώθηκαν από τους Φράγκους με τους Έλληνες αγρότες της περιοχής. Σ’ αυτή την εποχή σπάει η αποκλειστική κοινωνία τους και δένονται με τους Έλληνες της γύρο τους περιοχής. Από τη στιγμή αυτή και μετά αρχίζει ο εξελληνισμός τους. Πρώτα -πρώτα παίρνουν την ελληνική γλώσσα. Τα σλαβικά που διατηρούσαν ως αποκλειστική κοινωνία, δεν τους εξυπηρετούν πια. Και μέσα στην κοινή πια τύχη με τον ελληνικό λαό που τους επέβαλαν οι φραγκοκυρίαρχοι αρχίζει η συνεργασία. Η ίδια κατάσταση θα συνεχιστεί και όταν θα επανέλθουν στην Πελοπόννησο οι Βυζαντινοί (Δεσποτάτο του Μιστρά).
Οι Παλαιολόγοι έσπρωξαν τα λαϊκά στρώματα του ελληνικού πληθυσμού και των Σλάβων σε έναν απελπισμένο αγώνα κατά της άγριάς τους εκμετάλλευση. Οι Παλαιολόγοι θέλουν να δημιουργήσουν χώρους για να τοποθετηθούν οι Βυζαντινοί ευγενείς που εκτοπίστηκαν από τη Μικρά Ασία και έφταναν στην Πελοπόννησο. Τα λαϊκά στρώματα, Έλληνες και Σλάβοι, βρίσκονται σε κοινούς αγώνες. Και αυτό τους φέρνει πολύ κοντά. Σπάνε τα πλαίσια της αποκλειστικής κοινωνίας των Σλάβων και τελικά συγχωνεύονται μέσα στους κοινούς αγώνες με τους Έλληνες.
Οι Σλάβοι της Πελοποννήσου (Μίληγγες και Εζερίτες) διατήρησαν την ιδιαιτερότητά τους, στους χώρους που τους εγκατάστησαν οι Βυζαντινοί ως την εποχή που κατέλαβαν την Πελοπόννησο οι Φράγκοι, κατά την Δ’ σταυροφορία (1204), όταν οι Φράγκοι κατέλαβαν και την Κωνσταντινούπολη. Οι Φράγκοι αντιμετώπισαν τους Σλάβους όπως και τον άλλο πληθυσμό της Πελοποννήσου. Δεν τους αναγνώρισαν την ιδιαιτερότητα.
Οι Φράγκοι κατάλυσαν τις Βυζαντινές αρχές και άρπαξαν τα Βυζαντινά τιμάρια για να τα δώσουν σε Φράγκους φεουδάρχες του Δυτικού προτύπου. Τα Βυζαντινά τιμάρια δεν είναι δυτικά φέουδα. Στα τιμάρια οι καλλιεργητές δεν είναι δεμένοι με τη γη και δεν ανήκουν στην απόλυτη εξουσία του αρχηγού του τιμαρίου. Ο καλλιεργητής μπορεί να εγκαταλείψει το τιμάριο και να πάει σε άλλο ή να εγκατασταθεί στις πόλεις. Και οπωσδήποτε ο τιμαριούχος δεν έχει απόλυτη εξουσία στις καλλιέργειες. Και ξαφνικά τώρα οι καλλιεργητές των τιμαρίων γίνονται δουλοπάροικοι. Πολλοί δεν θα δεχθούν τη νέα κατάσταση και θα αποτραβηχτούν παίρνοντας ότι μπορούσαν να σηκώσουν στα ορεινά μέρη που δεν είχαν γίνει φέουδα. Στην Πελοπόννησο συγκεκριμένα θα καταφύγουν στις πλαγιές που υπήρχαν οι Σλάβοι.
Οι Φράγκοι, βέβαια δεν θα περιοριστούν στα τιμάρια των Βυζαντινών. Θα κάνουν φέουδα και σε χώρους που δεν υπήρχαν τιμάρια. Αυτό θα θίξει περισσότερο τους ίδιους τους Σλάβους. Καθώς οι Σλάβοι είχαν επεκταθεί ακόμα και σε πεδινά και παραθαλάσσια μέρη, οι Φράγκοι θα τους πάρουν τα κτήματα για να τα εντάξουν σε καθεστώς φέουδων. Και οι ίδιοι θα υποχρεωθούν να καταφύγουν σε πλαγιές ψηλότερα από τα σημεία που τους τα πήραν για φέουδα.
Οι ντόπιοι και οι Σλάβοι που εκτοπίζοντάς τους, θα καταφύγουν σε μέρη που δεν ήταν φέουδα. Εκεί θα συγκατοικήσουν όλοι μαζί σε χωριά που δημιουργούνται. Όλους αυτούς τους συνδέει η κοινή τύχη τώρα. Και είναι τότε που θα χαθεί η ιδιαιτερότητα των Σλάβων και θα συγχωνευτούν στο λαό που προϋπήρχε στο χώρο αυτό. Οι Σλάβοι θα εξελληνιστούν σε σημείο που τίποτα δεν θα μείνει από το παρελθόν τους. Έχουν έναν κοινό εχθρό. Και αυτό τους ενώνει.
Μία ακόμα αλλαγή
Η κατάσταση στον ελλαδικό χώρο αλλάζει ριζικά μετά την περίφημη μάχη της Πελαγονίας, το σημερινό Μοναστήρι ή Μπιτόλια της Σκοπιανής Δημοκρατίας το 1259. Εδώ αναμετρήθηκαν η Αυτοκρατορία της Νίκαιας με το Δεσποτάτο ης Ηπείρου. Ήταν η μάχη που επέβαλε την Αυτοκρατορία της Νίκαιας ως διάδοχο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι δύο ελληνικοί κρατικοί σχηματισμοί διεκδικούσαν τα εδάφη της παλιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Επικεφαλής του στρατού της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας είναι ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, που λίγο μετά θα ανατρέψει τη δυναστεία Λασκαραίων- Βατάτζηδων στη Νίκαια και θα ανακηρυχθεί Αυτοκράτορας (Μιχαήλ Η’). Ο στρατός που διαθέτει αποτελείται από Τούρκους μισθοφόρους. Στο αντίπαλο στρατόπεδο επικεφαλείς είναι ο Μιχαήλ Άγγελος, δεσπότης της Ηπείρου, με σύμμαχο τον Βιλεαρδουίνο, Φράγκο ηγεμόνα του Μοριά.
Ο στρατός τους αποτελούνταν από Έλληνες και Αρβανίτες. Νίκησε ο Μιχαήλ Παλαιολόγος και μάλιστα έπιασε αιχμάλωτο τον Βιλεαρδουίνο. Στην Πελαγονία οι Τούρκοι ως μισθοφόροι του Μιχαήλ Παλαιολόγου νίκησαν τον ελληνικό στρατό του Μιχαήλ Αγγέλου. Για να ελευθερωθεί ο αιχμάλωτος ηγεμόνας του Μοριά υποχρεώθηκε να εκχωρήσει ως λύτρα στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας μέρος της ηγεμονίας του και πιο συγκεκριμένα τη Λακωνία με κέντρο το ισχυρό κάστρο του Μιστρά (ή Μιτζιθρά). Η συμφωνία παραχώρησης έγινε όταν είχε ανακηρυχθεί Αυτοκράτορας ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος και είχε ανακτηθεί η Κωνσταντινούπολη (1261). Στο χώρο της Λακωνίας δημιουργείται το Δεσποτάτο του Μιστρά, που ως το 1462 – χρονιά που παραδόθηκε από τον Δημήτριο Παλαιολόγο στους Τούρκους- θα παίζει σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Ελλάδας και στη διαμόρφωση του Ελληνικού έθνους.
Η κατάσταση των Σλάβων στην Πελοπόννησο αλλάζει ριζικά μετά την εμφάνιση των Φράγκων το 1204. στο μεταξύ οι Σλάβοι που είχαν εγκατασταθεί με τα χαρακτηριστικά των «ακριτών» στο χώρο της Πελοποννήσου, όπως είχε γίνει και στα Α. σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είχαν δεθεί δυναμικά με τον όποιο πληθυσμό της Πελοποννήσου αλλά και άλλων που είχαν φτάσει εδώ (Αλβανοί βασικά), σε ένα σύνολο που μπορούμε να τους ονομάσουμε Ελληνικό λαό. Έχουν χάσει και την γλώσσα τους ακόμα και έχουν εκχριστιανιστεί, μετά τον 9ο αιώνα.
Οι Φράγκοι κατακτητές τους αντιμετώπιζαν έτσι. Και καθώς οι Φράγκοι θέλουν να επιβάλλουν εδώ φεουδαρχισμό Δ. Ευρώπης, αρπάζουν τα τιμάρια (βυζαντινό στοιχείο) και τις περιουσίες ελεύθερων χωρικών που ήταν ποτιστικά και τα κάνουν φέουδα. Τους ελεύθερους γεωργούς – και ήταν πάρα πολλοί τότε – τους μετατρέπουν σε δουλοπάροικους.
Οι κάτοικοι των ελεύθερων χωριών αλλά και οι Σλάβοι όσοι είχαν εγκατασταθεί και είχαν πάρει καλλιεργήσιμη γη εγκατέλειψαν τους χώρους που έκαναν φέουδα και βγήκαν στα βουνά. Εκεί δεν είχαν ενδιαφέροντα φεουδαρχοποίησης οι Φράγκοι. Και τότε σβήνουν όλες οι διαφορές των Σλάβων με τους ντόπιους. Οι Σλάβοι (Μίληγγες και Εζερίτες) θα γίνουν τμήμα του Ελληνικού λαού. Και από τότε και μετά χάνουν τα ιδιαίτερα Σλαβικά χαρακτηριστικά.
 

25 November 2017

Πανεπιστημιακοί κατά Άνθιμου


Mέλη του AΠΘ κατά της αναγόρευσης Άνθιμου
σε επίτιμο διδάκτορα του πανεπιστημίου μας
H επιτιμοποίηση ενός προσώπου είναι κορυφαία ακαδημαϊκή στιγμή για κάθε Τμήμα και για κάθε Πανεπιστήμιο. Η απόδοση αυτής της τιμής μέσω της εκφώνησης της laudatio περιποιεί τιμή στο πρόσωπο αλλά ταυτοχρόνως ανεβάζει το κύρος του ιδρύματος. Επίτιμοι Διδάκτορες γίνονται διακεκριμένοι επιστήμονες αλλά και προσωπικότητες από το χώρο της τέχνης που έχουν προσφέρει είτε στην επιστήμη τους είτε στο Πανεπιστήμιο. O κατάλογος των τιμηθέντων δηλώνει τον τρόπο που το ίδρυμα αντιλαμβάνεται και νοηματοδοτεί την επιστήμη, τις τέχνες, την πολιτική, εντέλει την κοινωνία.
Εκφράζουμε την αντίθεσή μας στην πρόταση επιτιμοποίησης του μητροπολίτη Ανθίμου διότι ο συγκεκριμένος μητροπολίτης χρησιμοποιεί τον εκκλησιαστικό άμβωνα ως πολιτικό βήμα και προβάλλει τις προσωπικές του απόψεις, συχνά διχαστικές και μισαλλόδοξες, που δε συνάδουν με το ρόλο και τη θέση του. Κατηγοριοποιεί, εξυβρίζει και στοχοποιεί ανθρώπους που ανήκουν σε κοινωνικά ευπαθείς ομάδες. Γενικά, παρουσιάζει τη χριστιανική αγάπη ως αυτή να είναι επιλεκτική.
Επιπλέον, παρεμπόδισε, ευτυχώς ανεπιτυχώς, την ίδρυση Προγράμματος Εισαγωγικής Κατεύθυνσης Ισλαμικών Σπουδών στο Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου μας.
Η αναγόρευση του Μητροπολίτη Άνθιμου σε επίτιμο διδάκτορα δίνει λάθος μηνύματα για το ακαδημαϊκό ήθος ολόκληρου του Πανεπιστημίου μας. Γι αυτό, καλούμε τις πρυτανικές αρχές, που εκπροσωπούν τόσο το ίδρυμα όσο και εμάς, όχι μόνο να μη συμμετάσχουν στην εκδήλωση αλλά και να αποτρέψουν τον ευτελισμό της διάκρισης του επίτιμου διδάκτορα του Α.Π.Θ. με την απονομή του τίτλου στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμο.
Καλούμε τα μέλη της Πανεπιστημιακής κοινότητας του ΑΠΘ, καθηγητές, φοιτητές, απόφοιτους, ερευνητικό και διοικητικό προσωπικό που αντιτίθενται στην επιτιμοποίηση του μητροπολίτη Άνθιμου να προσυπογράψουν το παραπάνω ψήφισμα.
Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν και άλλες προσπάθειες συλλογής υπογραφών. Στη συγκεκριμένη σελίδα ζητάμε να συλλεχθούν υπογραφές ΜΟΝΟ από τα μέλη ΑΠΘ.


22 November 2017

Σύντροφε Στάλιν, δεν είμαι εχθρός του λαού...

Εγκληματική αθλιότητα

του Σταύρου Τζίμα, ΑΠΕ, 7/11/2017
Στις 12 Ιουλίου του 2011 ο παιδοψυχίατρος Μάριος Μαρκοβίτης, που ζει στη Θεσσαλονίκη, έλαβε ένα e-mail, μεταφρασμένο από τα ρωσικά σε αγγλικά του Google. Μεταξύ άλλων έγραφε: «Αγαπητέ Μάριε, ο παππούς μου λεγόταν Μαρκοβίτης. Αναζητώ πληροφορίες για την οικογένειά του. Δεν γνωρίζω το πραγματικό του όνομα. Στην ΕΣΣΔ είχε το όνομα Ατσάλις Κονσταντίν. Τον Απρίλιο του 1931 είχε αποδράσει από τη φυλακή και κατέφυγε στην ΕΣΣΔ σαν πολιτικός πρόσφυγας. Παντρεύτηκε στη Μόσχα και απόκτησε το 1933 μια κόρη, τη Στέλλα. Το 1938 εκτελέστηκε για άδικους λόγους. Αποκαταστάθηκε το 1957. Το μόνο που έχω από τον παππού μου είναι μια φωτογραφία του 1938». Αποστολέας: Ντμίτρι Αρακελιάν (Dmitri Arakelyants).
Το μήνυμα έπεσε σαν «κεραυνός» στην οικογένεια Μαρκοβίτη, που επί 90 χρόνια έψαχνε να μάθει τι απέγινε ο Μάρκος, τα ίχνη του οποίου είχαν χαθεί από το 1931, όταν απέδρασε μαζί με άλλους συντρόφους του από τις φυλακές Συγγρού και διέφυγε στη «μεγάλη πατρίδα του σοσιαλισμού», τη Σοβιετική Ένωση. Τώρα είχε πιάσει την άκρη του νήματος, που θα οδηγούσε στην εξιχνίαση του μυστηρίου σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ο Μάρκος, ένα από τα εννιά παιδιά της οικογένειας, είχε γίνει «κόκκινος κρίνος» στο τοίχο κάποιου γκούλαγκ του Ιωσήφ Στάλιν, την περίοδο της «μεγάλης τρομοκρατίας», με την κατηγορία ότι ήταν «εχθρός του λαού». Μαζί θα έρχονταν στο φως στοιχεία για την εξόντωση των Ελλήνων της τότε Σοβιετικής Ένωσης.
Ο Μάριος Μαρκοβίτης επικοινώνησε με τον Ντμίτρι Αρακελιάν, εγγονό (από την κόρη) του θείου του και επιβεβαίωσε ότι όντως ο Μάρκος ήταν μέλος της οικογένειας Μαρκοβίτη. Μαζί άρχισαν να ερευνούν τη διαδρομή του από τη Νάουσα ίσαμε τη Μόσχα και κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία, όπου έκλεισε πρόωρα και βίαια ο κύκλος της ζωής του.
«Ο πατέρας μου και οι άλλοι συγγενείς νόμιζαν ότι ήταν μεγάλος και τρανός, ενώ το 1938 είχε εκτελεστεί ως "εχθρός του λαού"» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Μάριος Μαρκοβίτης, ο οποίος με τα στοιχεία που βρέθηκαν στον φάκελο του Μάρκου, τον οποίο ανέσυρε από τα κρατικά αρχεία της Σοβιετικής Ένωσης με την κατάρρευση, συνέγραψε ένα συγκλονιστικό βιβλίο με τίτλο «Όχι, δεν είμαι εχθρός του λαού», που πρόκειται να κυκλοφορήσει τον επόμενο μήνα από τις εκδόσεις ?Επίκεντρο?.
Στο βιβλίο παρατίθενται και δύο γράμματα του έγκλειστου στο γκούλαγκ Έλληνα κομμουνιστή προς τον Ιωσήφ Στάλιν, στα οποία ο Μάρκος Μαρκοβίτης, ή Κωνσταντίν Ατσάλις, όπως ήταν το όνομα που του είχαν δώσει οι Σοβιετικοί, υπερασπίζεται -τουλάχιστον έτσι νόμιζε- τον εαυτό του και δήλωνε την «αφοσίωσή» του στον σοβιετικό ηγέτη και τη «μεγάλη χώρα του σοσιαλισμού».
«Από ψιθύρους από κάποιους πολιτικούς πρόσφυγες που επέστρεψαν μετά τη χούντα μάθαμε ότι μπορεί να έχει εκτελεσθεί. Δεν ξέραμε ούτε ότι έχει σκοτωθεί, ούτε ότι αποκαταστάθηκε το 1957 επί Χρουστσόφ. Αυτά τα μάθαμε μετά το ΄89-΄90, όταν χαλάρωσαν τα πράγματα επί Γκορμπατσώφ. Ο ένας θείος μου και αδερφός του Μάρκου, Νίκος, έστειλε τότε επιστολή στο ΚΚΣΕ και πήρε απάντηση από την ΚΕ ότι εκτελέστηκε ως «εχθρός του λαού» «λανθασμένα» και ότι αποκαταστάθηκε. Το τι ακριβώς συνέβη το μάθαμε, όταν ο εγγονός του βρήκε τον φάκελό του και ήρθε σε επαφή μαζί μας. Ο Μάρκος δεν κρατούσε αρχείο και όλα τα έγγραφα βρέθηκαν στα αρχεία του κράτους» σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Μαρκοβίτης.
Παιδί εύπορης οικογένειας από τη Νάουσα ο Μάρκος μυήθηκε στα ιδεώδη του κομμουνισμού για τα οποία διώχθηκε και φυλακίστηκε αρχικά στο Καλπάκι Ιωαννίνων και ακολούθως στις φυλακές «υψίστης ασφαλείας», στη Συγγρού, στην Αθήνα, απ΄ όπου στα μέσα Απριλίου του 1931 θα αποδράσει με μια εντυπωσιακή επιχείρηση μαζί με άλλους οκτώ συντρόφους του και όλοι μαζί θα διαφύγουν με ρωσικό καράβι στη Σοβιετική Ένωση. Εκεί με το νέο του όνομα Κονσταντίν Ατσάλις, θα ξεκινήσει μια «δεύτερη ζωή», η οποία θα τελειώσει με τραγικό τρόπο εφτά χρόνια αργότερα.
Ο Μαρκοβίτης θα γίνει μέλος του μπολσεβικικού κόμματος, θα αναγνωρισθεί ως πολιτικός πρόσφυγας και θα του χορηγηθεί άδεια παραμονής, η οποία ουσιαστικά αποτελεί ένα εσωτερικό διαβατήριο. Ταυτόχρονα θα ενταχθεί στο κομματικό πανεπιστήμιο KOUNNZ, όπου φοιτούν κεντρωευρωπαίοι κομμουνιστές.
Από τα φρικτά κρατητήρια των ελληνικών φυλακών θα βρεθεί στη Μόσχα, «την πρωτεύουσα, την πόλη του Λένιν, του Στάλιν, την έδρα της Τρίτης Διεθνούς!» και μάλιστα από τον Ιανουάριο του 1932 ως μέλος του κόμματος των μπολσεβίκων με αριθμό κομματικής ταυτότητας 2233226, προνόμιο που απολάμβαναν ελάχιστοι Έλληνες κομμουνιστές. Τι άλλο να λαχταρούσε ο φλογερός 25χρονος επαναστάτης; Το ότι οι σοβιετικές Αρχές δεν του έδωσαν την υπηκοότητα και το σοβιετικό διαβατήριο, ήταν για τον Μαρκο μια λεπτομέρεια, που αποδόθηκε σε παρέμβαση της ηγεσίας του ΚΚΕ για να μπορεί να τον στείλει για κομματική δουλειά στην Ελλάδα.
Καθώς τα σύννεφα του «μεγάλου τρόμου», όπως έχει χαρακτηριστεί η περίοδος των σταλινικών διώξεων, είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται στην Ισπανία, ο Μαρκοβίτης ζήτησε από το κόμμα να στον στείλει στην Ισπανία για να πολεμήσει μέσα από τις γραμμές των Διεθνών Ταξιαρχιών εναντίον του Φράνκο, ή να επιστρέψει στην Ελλάδα. Αντί αυτών, στάλθηκε με ειδική αποστολή μαζί και με τους άλλους Έλληνες στον νότο της Ρωσίας, στο Κρασνοντάρ. Ποια ήταν αυτή η αποστολή, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που βρέθηκαν στον φάκελό του; Να εκκαθαρίσει από «αντικομματικά και αντεπαναστατικά στοιχεία» έναν μεγάλο εκτυπωτικό οργανισμό που εξέδιδε εφημερίδες, περιοδικά και σχολικά βιβλία» για τους χιλιάδες Έλληνες, που ζούσαν στα σοβιετικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας.
«Βγαλμένος από τη νέα σκληρή γενιά ορθόδοξων κομμουνιστών, πιστός στους 21 όρους της Κομμουνιστικής Διεθνούς, απόλυτα και ανεπιφύλακτα αφοσιωμένος στο κόμμα των μπολσεβίκων και στον μεγάλο ηγέτη Στάλιν, ο Μάρκος Μαρκοβίτης πίστευε ακράδαντα ότι εχθροί της ΕΣΣΔ υπήρχαν παντού. Δεν ήταν μόνο οι καπιταλιστές και οι φασίστες που προετοίμαζαν τον πόλεμο. Υπήρχαν και μέσα στη χώρα, κρύβονταν και δρούσαν ύπουλα» διηγείται ο Μάριος Μαρκοβίτης και συμπληρώνει: «Καθήκον του στην αποστολή που του ανατέθηκε ήταν να τους ανακαλύψει και να προστατέψει το Κόμμα και την Επανάσταση. Ο ίδιος φαίνεται πως θεωρούσε τον εαυτό του μακράν αλώβητο από τέτοιες σκέψεις και φόβους. Ήταν ένα απολύτως καθαρό, τίμιο, πιστό κομματικό στέλεχος, χωρίς ούτε μία μομφή σε όλη του τη διαδρομή. Τα περιγράφει με σπαραγμό στα γράμματα προς τον Στάλιν, τα σημειώνει σε όλα τα απογραφικά δελτία που είχε μέχρι τότε συμπληρώσει. Αυτά τουλάχιστον, μέχρι το Μάιο του 1937. Δεν είχε, λοιπόν, να φοβάται τίποτα».
Και ενώ εκείνος «κάρφωνε» Έλληνες συντρόφους του στον χώρο δουλειάς -αναφέρεται, μεταξύ άλλων, μια έκθεσή του για έναν Ιορδανίδη που εργαζόταν ως διορθωτής κειμένων, ότι μέσω των διορθώσεων γραμματικών λαθών περνούσε «αντισοβιετικά» και εθνικιστικά μηνύματα- άλλοι σύντροφοί του «κάρφωναν» τον ίδιο, με «κατηγορίες» του τύπου «ήταν τσιφλικάς στην Ελλάδα», «η απόδραση ήταν ?μαϊμού? για να μεταβεί στην Σοβιετική Ένωση σε ρόλο πράκτορα των μυστικών υπηρεσιών» κ.α.
Στο μεταξύ, από τις αρχές του 1937 η Λαϊκή Επιτροπή Εσωτερικής Ασφάλειας, η γνωστή NKVD είχε θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο διωγμού των ξένων εθνοτήτων αρχής γεννημένης από τους Γερμανούς της Σοβιετικής Ένωσης. Οι συνθήκες θα αλλάξουν δραματικά και για τον Μαρκοβίτη καθώς πρώτα θα διαγράφει από το μπολσεβίκικο κόμμα «διότι δεν είχε σοβιετικό διαβατήριο», ή «διότι έκρυψε την κοινωνική του προέλευση» και αργότερα, στις αρχές Αυγούστου, θα απολυθεί από τον εκδοτικό οίκο, με την αιτιολογία ότι «... σε κάποιο έγγραφο αναφερόταν ότι το επάγγελμά μου είναι εργάτης υποδημάτων?».
Στις 11 Δεκεμβρίου 1937 θα εκδοθεί το διάταγμα του επικεφαλής της NKVD Νικολαϊ Γεζόφ με το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή επιχείρηση, γνωστή ως «Ελληνική Επιχείρηση», ο διωγμός δηλαδή του ελληνικού στοιχείου.
«Στις 3 Ιανουαρίου του 1938, όταν η NKVD συνέλαβε τον Ochalis-Μάρκο, βαθιά μεσάνυχτα, στις δύο η ώρα. Έτσι γίνονταν όλες οι συλλήψεις. «?ξαφνικά κατά τη μία τη νύχτα αντήχησε ένα αφόρητα εκφραστικό χτύπημα στην πόρτα. "Ήρθαν για τον Όσια" είπα και πήγα ν? ανοίξω. Επρόκειτο για μια "νυχτερινή επιχείρηση", στη γλώσσα των ανδρών της Ασφάλειας, την οποία έκανε μια τριάδα ατόμων, η γνωστή ως τρόικα. Ένας από τη NKVD, ένας από το Κόμμα και ο τρίτος από την εισαγγελία» αναφέρεται στο βιβλίο.
Οι σταλινικές εκκαθαρίσεις είχαν φτάσει την εποχή εκείνη στην κορύφωσή τους. Ξεκίνησαν αρχικά με τη δίωξη όλων των Γερμανών, μη εξαιρουμένων ούτε των κομμουνιστών που βρίσκονταν τότε στη Ρωσία. Η σειρά των Ελλήνων ήρθε τυπικά με την οδηγία Νο 50215 της NKVD, της 11ης Δεκεμβρίου του 1937. Οι συλλήψεις είχαν αρχίσει ήδη και από τις «ανακρίσεις» των πρώτων συλληφθέντων προέκυψαν τα «στοιχεία» για την «αντισοβιετική δράση των Ελλήνων».
Στον φάκελο του Μαρκοβίτη βρέθηκε και αντίγραφο της οδηγίας Γιεζόφ για τους Έλληνες. Λέει μεταξύ άλλων: «...Με στοιχεία από ανακρίσεις, διαπιστώνεται ότι η ελληνική αντικατασκοπία διενεργεί έντονη κατασκοπευτική, υπονομευτική και εξεγερτική δουλειά στην ΕΣΣΔ, εκπληρώνοντας τα καθήκοντα της αγγλικής, γερμανικής και ιαπωνικής αντικατασκοπίας. Η δράση αυτή αναπτύσσεται στις ελληνικές περιοχές Ραστοβ-να-ντον και Κρασναντάρσκι του βόρειου Καυκάσου, αλλά και σε περιοχές του Ντανιέσκ, της Οδησσού, σε περιοχές της Ουκρανίας, στην Απχαζία και σε άλλες δημοκρατίες της Υπερκαυκασίας, στην Κριμαία, αλλά και σε ομάδες Ελλήνων που είναι διασκορπισμένοι σε διάφορες περιοχές και πόλεις της ΕΣΣΔ.
Μαζί με την κατασκοπευτική-υπονομευτική δουλειά για το συμφέρον των Γερμανών και Ιαπώνων, η ελληνική αντικατασκοπία αναπτύσσει έντονη εθνικιστική αντεπαναστατική δραστηριότητα, βασισμένη στο πλατύ αντισοβιετικό στρώμα (κουλάκοι, καπνοπαραγωγοί, πρώην έμποροι, μαυραγορίτες, λαθρέμποροι συναλλάγματος) που υπάρχει ανάμεσα στον ελληνικό πληθυσμό της ΕΣΣΔ.
Για να ανακοπεί η αντικατασκοπευτική ελληνική δραστηριότητα ΔΙΝΩ ΕΝΤΟΛΗ:
Στις 15 Δεκεμβρίου, σε όλες τις δημοκρατίες, τις επαρχίες, τις περιοχές να συλληφθούν όλοι οι Έλληνες για τους οποίους υπάρχει υπόνοια κατασκοπευτικής, αντεπαναστατικής, εξεγερτικής, αντισοβιετικής δουλειάς.
Πρέπει να συλληφθούν όλοι οι Έλληνες (Έλληνες υπήκοοι ή υπήκοοι Σοβιετικής Ένωσης) των εξής κατηγοριών: α) όσοι βρίσκονται υπό παρακολούθηση β) πρώην έμποροι, μαυραγορίτες, λαθρέμποροι, έμποροι συναλλάγματος γ) Έλληνες που κάνουν δραστήρια εθνικιστική, αντισοβιετική δουλειά, και πρώτα απ? όλα κουλάκοι που κρύβονται δ) πολιτικοί κρατούμενοι και Έλληνες που έφτασαν παράνομα στην ΕΣΣΔ, ανεξάρτητα από ποια χώρα έφτασαν και ε) όλοι οι τακτοποιημένοι στην ΕΣΣΔ Έλληνες, οι λεγόμενοι πράκτορες του INO NKVD και της διεύθυνσης αντικατασκοπίας του Κόκκινου Στρατού».
Ο Μαρκοβίτης θα μεταφερθεί στις φυλακές Μπουτίρκα, απ΄ όπου θα γράψει το πρώτο γράμμα προς τον Ιωσήφ Στάλιν.
«Αγαπητέ σύντροφε Στάλιν
... αλλά ξαφνικά, στις 2:00 τη νύχτα στις 3 Ιανουαρίου 1938 συνελήφθηκα και άρχισε η τραγωδία μου. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, και στην αρχή σκεφτόμουν ότι ίσως με καλούν για ανάκριση σχετικά με τα θέματα του Εκδοτικού, για τα οποία είχα γράψει. Μπορεί, σκέφτηκα, να θέλουν να με χρησιμοποιήσουν σε κάποιο πολύ υπεύθυνο έργο, και να θέλουν έτσι να μάθουν περισσότερα για μένα και να με ελέγξουν. Αλλά δεν φαντάζεστε τη μεγάλη μου έκπληξη όταν ο ανακριτής, ο σύντροφος Γκορντέεφ (6ο Γραφείο του Τρίτου Τμήματος του NKVD), μου είπε ότι συνελήφθηκα ως "πράκτορας" της ελληνικής κατασκοπίας.
»Δεν μπορώ να περιγράψω την ψυχική κατάσταση, στην οποία βρίσκομαι από τότε. Δεν θυμάμαι ποτέ μου να έχω κλάψει, όμως εδώ έκλαψα. Έκλαψα σαν μικρό παιδί. Θα προτιμούσα χίλιες φορές να είχα πεθάνει (ήμουν πάντα έτοιμος για κάτι τέτοιο εάν το απαιτούσε το συμφέρον της εργατικής τάξης), παρά να ακούσω αυτά τα λόγια από τον σοβιετικό ανακριτή. Ποτέ δεν ένιωσα τέτοιο πόνο στο παρελθόν.
»Από τα σχολικά μου, ακόμα, χρόνια στο Κόμμα, ήμουν πάντα και παραμένω ακλόνητος και πιστός προς τη μεγάλη υπόθεση της εργατικής τάξης. Ονειρευόμουν και αγωνιζόμουν ενεργά σε ολόκληρη την ενήλικη ζωή μου για να εφαρμοστούν οι μεγάλες ιδέες του κομμουνισμού, και γι αυτόν τον λόγο έκοψα όλους τους δεσμούς μου με την παλιά μου οικογένεια, αρνήθηκα την κοινωνική μου τάξη και ήμουν πάντα έτοιμος να θυσιαστώ.
»Πώς μπορούν να με αποκαλούν "εχθρό του έθνους", αυτού του έθνους που τόσο βαθιά αγάπησα, ή "προδότη της πατρίδας", της οποίας ήμουν ένθερμος πατριώτης. Τι έκανα; Τι έγκλημα έχω διαπράξει; Βασάνισα πολύ τον εαυτό μου να σκεφτεί έστω και ένα βλαβερό λάθος που μπορεί να είχα διαπράξει, οποιεσδήποτε ασυνείδητες πράξεις ή, έστω, κάποια ατυχή έκφραση. Τίποτα, απολύτως τίποτα δεν βρήκα. Όλη μου η δουλειά (κομματική, κοινωνική, καθημερινή) ήταν απολύτως καθαρή και μέσα στα πλαίσια της κομματικότητας. Πάνω από όλα έβαζα πάντα όχι τα προσωπικά, ιδιοτελή μου συμφέροντα, αλλά τα συμφέροντα του λαού.
»Στην κομματική ζωή μου δεν είχα λάβει ούτε μία μομφή ή παρατήρηση. Ήμουν ευτυχισμένος που ζούσα και εργαζόμουν σε μια φανταστική χώρα, όπου όλα αυτά τα χρόνια, υπό την ηγεσία Σας, κτίσθηκε το υπέροχο οικοδόμημα του Σοσιαλισμού. Και τώρα βρίσκομαι εδώ, μαζί με τους εχθρούς του λαού! Ποιος, εγώ; Ποτέ δεν είχα αμφιβολίες ότι στη Σοβιετική Ένωση η αλήθεια πάντα επιβάλλεται και εάν κάποιο άτομο αποδειχθεί κάθαρμα, θα πρέπει να συντριβεί ανελέητα, όποιο και να ήταν το ένδοξο παρελθόν του.
»Είμαι βέβαιος ότι η περίπτωσή μου θα διαλευκανθεί και θα είμαι και πάλι ελεύθερος να επιστρέψω στη δουλειά που θα με διατάξει να κάνω το Κόμμα. Σας παρακαλώ, αγαπητέ Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς, να συμβάλετε στην επιτάχυνση της διερεύνησης του προβλήματος μου και την αποκατάστασή μου στο Κόμμα.
11 Ιανουαρίου 1938
Με κομμουνιστικούς χαιρετισμούς
Ochalis K.V. (Ατσάλις Κ.Β.)»
Το γράμμα, όπως και το «δεύτερο που "απέστειλε", φυσικά δεν θα φτάσει ποτέ στον Στάλιν. Η παραίνεση των ανακριτών προς τους ανακρινόμενος να γράφουν στον Μεγάλο Ηγέτη, απλώς εξυπηρετούσε το έργο τους και συντηρούσε για τον Σοβιετικό ηγέτη την εικόνα του δικαίου, του προστάτη όλων, προσφέροντας στους κατηγορούμενους την ψευδαίσθηση της ύστατης, ανώτερης δικαιοσύνης και δικαίωσης.
Εξάλλου, τι απάντηση να προσδοκούσε ο Μαρκοβίτης, όταν ο ίδιος ο πολύς Νικολάι Μπουχάριν, ενόσω ήταν στις φυλακές, έγραψε στον Στάλιν 49 φορές και δεν πήρε απάντηση σε καμία;
Στις 19 Μαρτίου του 1938 ο Μαρκοβίτης - Ochalis θα παραπεμφθεί στο Ανώτατο Στρατιωτικό Δικαστήριο με βάση το άρθρο 58, παράγραφοι 6, 8 και 11 του Ποινικού κώδικα περί κατασκοπίας, υλοποίηση τρομοκρατικών πράξεων και οργανωμένη δράση, κατηγορίες που τιμωρούνταν με «το ανώτατο μέτρο κοινωνικής άμυνας: εκτέλεση...».
Το κατηγορητήριο δεν άφηνε καμία επιλογή πλην εκείνης του θανάτου.
«... Ο ΑΤΣΑΛΙΣ Κονσταντίν Βασίλιεβιτς ή ΜΑΡΚΟΒΙΤΗΣ γεννημένος το 1905 στην Ελλάδα, σε αστική οικογένεια, ελληνικής εθνικότητας, πολίτης της ΕΣΣΔ, έφτασε στην ΕΣΣΔ το 1931 ως πολιτικός πρόσφυγας, μέλος του ΚΚΕ από το 1928, μέλος του ΠΚΚ (μπ.) από το 1931, είχε διαγραφεί από το Κόμμα το 1937, ακόμα μέχρι τη σύλληψή του ελεγκτής της Ομάδας των Ειδικών Αποστολών των Εκδόσεων των Συνδικάτων κατηγορείται ότι:
α) Ευρισκόμενος στη φυλακή στη Αθήνα, το 1931, στρατολογήθηκε από τον πράκτορα της Ελληνικής Ασφάλειας ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ, για την κατασκοπευτική - προβoκατόρικη δουλειά στο ΚΚΕ και στη Σοβ. Ένωση.
β) Μετά τη στρατολόγηση, με την καθοδήγηση της Ελληνικής Ασφάλειας, δραπέτευσε από τη φυλακή μαζί με την ομάδα από 8 άτομα και στάλθηκε από την ΚΕ του ΚΚΕ στην ΕΣΣΔ ως πολιτικός πρόσφυγας.
γ) Ευρισκόμενος στη Σοβιετική Ένωση, έκανε κατασκοπευτική ? προβοκατόρικη δουλειά στο KUNMZ και στη ΔΛΣ και στο Ελληνικό τμήμα της Κομιντέρν, διαβιβάζοντας κατασκοπευτικά υλικά στον ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ και μετά στον ΠΑΝΟΦ και την ΠΕΤΡΟΒΑ.
δ) Δουλεύοντας στις Ελληνικές Περιοχές της επαρχίας Κρασναντάρ έκανε αντεπαναστατική εθνικιστική και ανατρεπτική δουλειά στο πολιτιστικό μέτωπο (Τύπος, λογοτεχνία).
Η Ελληνική Ασφάλεια, πριν στείλει τους πράκτορές της στην ΕΣΣΔ, βάζει μπρος τους τον στόχο να κάνουν τρομοκρατικές και υπονομευτικές ενέργειες, πράγμα που τον προσδιορίζει σαν άτομο που έχει σχέση με την τρομοκρατία, δηλ. με εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 58 παράγρ. 6, 8 και 11 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Με βάση τα παραπάνω ο ΑΤΣΑΛΙΣ Κονσταντίν Βασίλιεβιτς ή ΜΑΡΚΟΒΙΤΗΣ πρέπει να δικαστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης της ΕΣΣΔ σε εφαρμογή του Νόμου από την 1η Δεκεμβρίου 1934.
Ο ανακριτής του 6ου Τμήματος του 3ου Τομέα της Διοίκησης Της Κρατικής Ασφάλειας, Υπαξιωματικός Κρατικής Ασφάλειας».
Η εκτέλεση θα γίνει την ίδια μέρα σε περιοχή λίγο έξω από τη Μόσχα, γνωστή σήμερα ως Kommunarka Polygon.
Εκεί βρίσκεται ο δεύτερος μεγαλύτερος ομαδικός τάφος των θυμάτων των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Ανάμεσά τους ο Μπουχάριν, ο Ρίκοφ, ο συγγραφέας Μπόρις Πιλνιάκ κ.α.
Για τον Ochalis, η αποκατάσταση θα έρθει με απόφαση του Στρατοδικείου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της ΕΣΣΔ (Νο 4η-021346/56 του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη συνεδρία της 6ης Ιουνίου 1957), η οποία, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα για την υπόθεση, διαπίστωσε και συμπέρανε «?την αθωότητα και το αβάσιμον της καταδίκης του» και κατόπιν αυτών ακύρωσε την αρχική καταδίκη και έκλεισε την υπόθεση.
Η κόρη του Μάρκου Μαρκοβίτη ζει σήμερα στη Μόσχα σε προχωρημένη ηλικία, όπως και ο γιος της και εγγονός του που εντόπισε και ανέσυρε τον φάκελο της τραγικής διαδρομής του παππού του. Από το 2011 αποκαταστάθηκε και η επικοινωνία με τον Μάριο Μαρκοβίτη και τους λοιπούς εν Ελλάδι μακρινούς συγγενείς.


18 November 2017

Το Νησί του Πάσχα παράγει συνεχώς νέα ερωτήματα

Το πώς έζησαν, πώς κατέστρεψαν τον τόπο τους και κυρίως πώς και γιατί δημιούργησαν τα περίφημα γιγάντια αγάλματα οι κάτοικοι του νησιού αποτελεί μυστήριο στο οποίο οι επιστήμονες προσθέτουν συνεχώς νέα επεισόδια.


του Θοδωρή Λαϊνά, ΒΗΜΑ, 18/11/2017


Το Νησί του Πάσχα (Rapa Nui) είναι ένα από τα πιο απομονωμένα κατοικημένα νησιά του κόσμου, 3.500 χιλιόμετρα δυτικά της Χιλής, στον Ειρηνικό. Ήταν κάποτε καλυμμένο από πλούσια δάση φοινικόδεντρων, σήμερα όμως τα δέντρα απουσιάζουν από το σκληρό τοπίο. 
Οι Πολυνήσιοι ναυτικοί που αποίκησαν το νησί την πρώτη χιλιετία μ.Χ. δημιούργησαν τον πολιτισμό των Ράπα Νούι, γνωστό από τα περίφημα μοάι, μνημειώδη αγάλματα με ανθρώπινη μορφή. Η κρατούσα θεωρία αναφέρει ότι τους πρώτους αιώνες περίπου 15 χιλιάδες κάτοικοι ζούσαν στο νησί ειρηνικά και χωρίς προβλήματα. Κάποια στιγμή όμως αναπτύχθηκαν εμφύλιες έριδες οι οποίες οδήγησαν στην ταχεία αποψίλωση των δασών για την κατασκευή των αγαλμάτων. 


Οι έριδες αλλά και η αποψίλωση των δασών οδήγησαν, σύμφωνα με τους ειδικούς, σε σχεδόν ολική εξαφάνιση τον τοπικό πληθυσμό. Οι πρώτοι Ευρωπαίοι εξερευνητές που έφτασαν στο νησί τον 18ο αιώνα βρήκαν περίπου 2-3 χιλιάδες πεινασμένους και ταλαιπωρημένους κατοίκους. Πρόσφατες γενετικές μελέτες είχαν δείξει ότι οι κάτοικοι του Νησιού του Πάσχα (που πήρε το όνομά του επειδή ο Ολλανδός θαλασσοπόρος Γιάκομπ Ρόγκεβεν που πήγε πρώτος σε αυτό έφτασε εκεί ανήμερα την ημέρα του Πάσχα) είχαν για αρκετό χρονικό διάστημα επαφές με κατοίκους ηπειρωτικών περιοχών της Νότιας Αμερικής. Οι επαφές αυτές δεν ήταν μόνο εμπορικές ή κοινωνικές αλλά με βάση τα ευρήματα οι Ράπα Νούι και οι φυλές των ηπειρωτικών περιοχών είχαν και σεξουαλικές επαφές, με αποτέλεσμα αυτή η... ανταλλαγή των γονιδίων να εντοπιστεί από τους γενετιστές. 
Ωστόσο μια σειρά από νέες μελέτες ανατρέπουν όλα όσα πιστεύαμε ως σήμερα. Η τελευταία γενετική μελέτη στους ντόπιους του νησιού δείχνει ότι δεν διαθέτουν νοτιοαμερικανικό DNA και έτσι οι θεωρίες επαφών με τη Νότια Αμερική αμφισβητούνται πλέον. Η πιο ενδιαφέρουσα νέα μελέτη που είδε το φως της δημοσιότητας όμως αναφέρει ότι ο τοπικός πληθυσμός δεν έπεσε θύμα των εχθροπραξιών και της αποψίλωσης των δασών αλλά λόγω τοπικών μεταβολών του κλίματος.

Τα αγάλματα

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για τους λόγους της κατασκευής των αγαλμάτων. Είναι πιθανό τα αγάλματα να κατασκευάζονταν για να αναδείξουν την υπεροχή της μίας ή της άλλης αντιμαχόμενης πλευράς ή για να συμβολίσουν την επικράτηση σε κάποια αναμέτρησή τους ή ίσως ως προσφορά στους θεούς. Υπάρχει και μια θεωρία που αναφέρει ότι ενδεχομένως δεν υπήρξε κάποια εμφύλια έριδα αλλά απλά οι κάτοικοι του νησιού κυριεύτηκαν κυριολεκτικά από μανία για την κατασκευή αυτών των αγαλμάτων. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η κατασκευή των αγαλμάτων έλαβε τέτοια έκταση που τελικά οδήγησε στην ολοκληρωτική καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα το νησί να γίνει ένας άγονος τόπος στον οποίο δεν μπορούσε να επιβιώσει ο τοπικός πληθυσμός.
Ερωτηματικό αποτελεί το πώς οι Ράπα Νούι κατάφερναν όχι μόνο να  κατασκευάζουν τα αγάλματα που είχαν ύψος πολλών μέτρων και βάρος δεκάδων τόνων αλλά κυρίως πώς κατάφερναν να τα μεταφέρουν σε διάφορες περιοχές του νησιού. 
Ομάδα ειδικών από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας έφτιαξε ένα αντίγραφο μοάι και προσπάθησε να μαντέψει τον τρόπο τον οποίον χρησιμοποιούσαν οι Rapa Nui για να μετακινούν τα τεράστια αγάλματα σχετικά γρήγορα και με ασφάλεια σε μεγάλη απόσταση, λαμβάνοντας υπόψη τα πενιχρά μέσα που είχαν στη διάθεσή τους. Τελικά οι επιστήμονες βρήκαν μια τεχνική μετακίνησης η οποία δείχνει ιδιαίτερα αποτελεσματική. Οι ερευνητές έδεσαν το άγαλμα με μακριά σκοινιά και χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες. Η μια ομάδα έπιασε το ένα σκοινί, η δεύτερη ομάδα το σκοινί που βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά από την πρώτη ομάδα και η τρίτη ομάδα έπιασε το σκοινί που ήταν δεμένο στην πλάτη του αγάλματος. Οι δύο ομάδες άρχισαν να τραβούν τα σκοινιά με τρόπο ανάλογο με αυτόν στο παιχνίδι της διελκυστίνδας. Οπως αποδείχτηκε, η μέθοδος αυτή επέτρεψε στο άγαλμα να κινείται προς τα εμπρός - το άγαλμα έμοιαζε κυριολεκτικά να περπατάει. Αν λοιπόν οι Ράπα Νούι χρησιμοποιούσαν αυτή την τεχνική, θα μπορούσαν να μετακινούν σχετικά γρήγορα τα αγάλματα από τα λατομεία στα σημεία εγκατάστασης και μάλιστα η τοποθέτησή τους θα γινόταν σχετικά εύκολα αφού τα μοάι μετακινούνταν σε όρθια θέση. 
Πολλά από τα μοάι που διασώζονται είναι πεσμένα σε διάφορα σημεία του νησιού. Σύμφωνα με τους ερευνητές που έκαναν το πείραμα, η θέση στην οποία βρίσκονται τα πεσμένα αγάλματα δείχνει ότι ο τρόπος μετακίνησής τους από τους Ράπα Νούι ήταν αυτός που δοκίμασαν και οι ίδιοι.




05 November 2017

Γιορτάστε τον Λουκρήτιο, όχι τον Λούθηρο

του Markus C. Schulte von DrachSüddeutsche Zeitung, 30/10/201
Στη Γερμανία και σε άλλες προτεσταντικές χώρες γιορτάζεται επίσημα ο εκκλησιαστικός μεταρρυθμιστής Μαρτίνος Λούθηρος, αλλά δεν ενδιαφέρονται όλοι να πανηγυρίσουν. Εναλλακτικά προσφέρεται μία άλλη επέτειος: Πριν από 600 χρόνια ανακαλύφθηκε ένα ποίημα από την αρχαιότητα, του οποίου η σημασία για το σύγχρονο κόσμο είναι ανεκτίμητη.
Η Γερμανία γιόρτασε στις 31 Οκτωβρίου 2017 με την επίσημη «Ημέρα της Μεταρρύθμισης» τον Μαρτίνο Λούθηρο. Αυτός ο Αυγουστινιανός μοναχός έβαλε πριν από 500 χρόνια σε κίνηση μια διαδικασία, η οποία, όχι μόνο οδήγησε σε νέα διάσπαση της χριστιανικής εκκλησίας στην Ευρώπη, αλλά μακροπρόθεσμα έφερε περισσότερη θρησκευτική ελευθερία και αυξημένο διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας.
Απ’ την άλλη πλευρά πέφτει η μία ή η άλλη σκιά στην ιστορική μορφή του Λούθηρου, ο οποίος εκδηλώθηκε ως εχθρός των Εβραίων και των αγροτών, ήταν ρατσιστής, εθνικιστής, μισογύνης, μισούσε τους ανάπηρους και τους ετερόδοξους, αλλά ταυτόχρονα δεν είχε αναστολές να συγχρωτίζεται με την κοσμική εξουσία των ευγενών. Στο πέρασμα προς τη νέα εποχή πάταγε ο Λούθηρος με περισσότερο από ένα πόδι σταθερά στο Μεσαίωνα.
Σε όσους δεν λέει πολλά η «Ημέρα της Μεταρρύθμισης», θα μπορούσαν όμως να πάρουν αφορμή για πανηγυρισμούς από μία άλλη επέτειο, η οποία έβαλε την Ευρώπη και άλλες γεωγραφικές περιοχές του κόσμου στο δρόμο για τη δημιουργία σύγχρονων κοινωνιών.  
Πριν από 600 χρόνια, ανακαλύφθηκε εκ νέου ένα κείμενο, του οποίου η σημασία για το Διαφωτισμό ακόμα και σήμερα δεν μπορεί να εκτιμηθεί στην απαραίτητη έκταση. Είναι ένα ποίημα, το οποίο είχε συγγράψει ο Ρωμαίος Titus Lucretius Carus (Λουκρήτιος), στον πρώτο αιώνα π.Χ.: «De rerum natura» (Περί της Φύσεως των Πραγμάτων). Πρόκειται για ένα από τα μεγαλειώδη και δραστικότερα κείμενα της Ιστορίας του Πολιτισμού.  
Ο Ιταλός ουμανιστής και κυνηγός παλαιών βιβλίων Πότζο Μπρατσολίνι (Poggio Bracciolini) ανέσυρε το 1417 ένα χειρόγραφο με πάνω από 7.800 στίχους που είχε τίτλο «De rerum natura», πιθανόν στη βιβλιοθήκη του ηγουμενείου των Βενεδικτίνων της Fulda (Φούλντα) και ήταν ακριβώς το ποίημα του Λουκρήτιου. Ήταν μια τεράστια τύχη για τον πολιτισμό που υπήρχε ακόμα αυτό το χειρόγραφο και ήταν επίσης μεγάλη τύχη που αντιγράφτηκε το ποίημα, πριν εξαφανιστεί το πρωτότυπο εύρημα. Το παλαιό χειρόγραφο που ανακάλυψε ο Μπρατσολίνι πιθανόν να εξαφανίστηκε κατά τον «τριακονταετή πόλεμο», όταν το μοναστήρι λεηλατήθηκε από αντίπαλες στρατιωτικές και θρησκευτικές φατρίες.
Αν και η ανακάλυψη αυτού του ποιήματος δεν προκάλεσε τότε κάποια επανάσταση, πυροδότησε αναμφίβολα μία αργή επαναστατική εξέλιξη μέχρι και τη σύγχρονη εικόνα που διαθέτουμε για τον κόσμο. Σημαντικά πνεύματα  -από τον Montaigne, τον Voltaire και τον Goethe μέχρι τον Αμερικάνο συνιδρυτή των ΗΠΑ, Thomas Jefferson- ασχολήθηκαν εντατικά με αυτή την εικόνα του κόσμου που περιγράφει ο ποιητής.
Το σημαντικότερο όλων είναι ότι, με αυτό το ποίημα επανήλθε στην επιφάνεια η φιλοσοφία του Επίκουρου από τη Σάμο (341-271 π.Χ.) και των μαθητών του στον «Κήπο» των Αθηνών, η οποία φιλοσοφία δεν είχε πλέον γραπτά στηρίγματα, αφού όλα τα συγγράμματα του Επίκουρου είχαν συστηματικά καταστραφεί.  
Οι θεοί δεν ενδιαφέρονται, ο θάνατος δεν μας εγγίζει
Έκδοση του ποιήματος "De rerum natura",
για τον πάπα Sixtus IV. το έτος 1483. 
Ο Λουκρήτιος παρουσίασε σ’ αυτό το ποίημα τη φιλοσοφία του Επίκουρου, ήταν δε (και παραμένει) για πιστούς χριστιανούς μια αθεϊστική γραφή. Πιθανόν να υπάρχουν θεοί, λέει ο Επίκουρος, αλλά εμείς οι άνθρωποι τούς είμαστε αδιάφοροι. Έτσι δεν έχουμε λόγο να ασχολούμαστε κι εμείς με αυτούς ή να πιστεύουμε ότι θα μας εκτιμήσουν με προσευχές και τάματα. Γιατί πουθενά δεν αποδεικνύεται ότι έχουν συμβεί θαύματα ή παρεμβάσεις των θεών. Όλα μπορούν να εξηγηθούν με φυσική ερμηνεία των φαινομένων.
Αυτά ήταν τελείως αντίθετα με την εικόνα των μονοθεϊστικών θρησκειών που παρουσιάζουν το θεό τους ως πανάγαθο, ο οποίος ταυτόχρονα απαιτεί όμως συγκεκριμένες συμπεριφορές και τιμωρεί τους ανυπάκουους.
Ούτε υπάρχει κάποιο υπερπέραν, συνέχιζε ο Λουκρήτιος, στο οποίο καταλήγουμε μετά θάνατον. Αφού όλα, από τα άστρα μέχρι τους μικρότερους οργανισμούς, αποτελούνται από ελάχιστα αθάνατα σωματίδια σε ένα άπειρο κενό, τα «άτομα». Σωματίδια που συγκρούονται, ενώνονται μεταξύ τους και πάλι διαχωρίζονται τυχαία, χωρίς κάποιο σχέδιο Δημιουργού. Αυτό συνέβαινε επί τόσο μεγάλο χρόνο, ώστε τελικά σχηματίστηκαν οι μορφές που αποτελούν το σύμπαν και όλα αυτά που υπάρχουν μέσα σ’ αυτό.
Ούτε και μια αθάνατη ψυχή υφίσταται κατά τον Επίκουρο. Ίσως είναι αυτή η ψυχή, όπως και το πνεύμα, από την ίδια ύλη που είναι το σώμα και διασπάται μετά θάνατον μαζί του.
Αν είναι ο θάνατος πράγματι το τέλος, παρηγορεί ο Λουκρήτιος τους αναγνώστες, δεν μπορεί να μας επηρεάσει, αφού δεν υπάρχει πλέον χαρά και λύπη και καμία επιθυμία για οτιδήποτε. Εφόσον έχουμε όμως μόνο αυτή τη ζωή, τότε πρέπει να προσπαθούμε να την απολαύσουμε και να αποφεύγουμε πόνο και θλίψη.
«Ο μεγαλύτερος χοίρος» μεταξύ των φυσικών φιλοσόφων
Αυτές οι αντιλήψεις συγκρούονταν με εκείνες της Ρώμης της εποχής του Λουκρήτιου, μιας Ρώμης των εμφυλίων πολέμων και των μονομαχιών στις αρένες, όπου το αγωνιστικό πνεύμα και η αντοχή στα δεινά της μάχης θεωρούνταν αρετές. Οι Επικούρειοι συκοφαντήθηκαν ως «ηδονιστές»! Ο Ρωμαίος ποιητής Οράτιος, ο οποίος συνόψισε την επικούρεια φιλοσοφία στο περίφημο σύγγραμμά του «Carpe diem», χαρακτήριζε τον εαυτό του ειρωνικά ως «χοίρο από την αγέλη του Επίκουρου». Και ο Διογένης Λαέρτιος, Ιστορικός του τρίτου αιώνα μ.Χ., ανέφερε ότι ο Τίμων ο Σκεπτικός κακολογούσε τον Επίκουρο ως «το μεγαλύτερο χοίρο» μεταξύ των φυσικών φιλοσόφων.
Ο βιβλιοκυνηγός Μπρατσολίνι δεν μπορούσε να εκτιμήσει την επίδραση που θα είχε το ποίημα του Λουκρήτιου και σίγουρα δεν ταίριαζε με τις απόψεις του. Ήταν πιστός καθολικός και μάλιστα τέως γραμματέας του μόλις καταργημένου στην σύνοδο της Κωνσταντίας αντι-πάπα Ιωάννη 23ου. Ως ουμανιστής έψαχνε όμως ο Μπρατσολίνι για έργα αρχαίων συγγραφέων. Οι λόγιοι και οι συγγραφείς της εποχής του, όπως ο Πετράρχης και ο Βοκκάκιος, είχαν αρχίσει έναν αιώνα πριν να βάζουν ως πρότυπο πολιτισμού τις πολιτισμικές κατακτήσεις των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων.   
Αποσιωπημένο, παραγκωνισμένο και απαγορευμένο
Βέβαια, ο φιλόσοφος Πλάτων και ο ιστορικός Πλίνιος ο πρεσβύτερος δεν είχαν ξεχαστεί στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας. Τα έργα τους ήταν αποδεκτά για τη χριστιανική κοσμοεικόνα. Αλλά τα συγγράμματα των περισσότερων άλλων Ελλήνων και Ρωμαίων δασκάλων και καλλιτεχνών ήταν απαράδεκτα στα μάτια των χριστιανών πατέρων. Ειδωλολατρικά, απορριπτέα στην πειθώ που ασκούσαν, επικίνδυνα για τη νέα και ανασφαλή χριστιανική πίστη.
Αποσιωπημένος, παραγκωνισμένος και απαγορευμένος εξαφανιζόταν από τη δημόσια συνείδηση υπό την επιρροή των χριστιανών ένας πλούτος γνώσεων για τη φύση, την ιστορία και την πολιτική, τη φιλοσοφία και την ποίηση. Μόνο στις μοναστικές βιβλιοθήκες διατηρούσαν οι μοναχοί μερικά συγγράμματα, τα αντέγραφαν και τα συντηρούσαν. Πάντα πίσω από κλειστές πόρτες, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος για τους πιστούς. (Αυτά ακριβώς τα γεγονότα περιγράφει το μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο (Umberto Eco), «Το Όνομα του Ρόδου».)
Ένα μέρος αυτού του θησαυρού επέζησε -βέβαια στην αραβική γλώσσα- στις βιβλιοθήκες των κέντρων που είχαν καταλάβει οι μουσουλμάνοι Μαυριτανοί, κυρίως στην Ισπανία και τη Σικελία. Όταν αργότερα επανακτήθηκαν αυτές οι περιοχές από χριστιανούς πολέμαρχους (Reconquista), ανακάλυψαν οι ερευνητές βιβλία που είχαν μεταφραστεί στα αραβικά από τα ελληνικά και λατινικά και ήταν άγνωστα στους Ευρωπαίους λόγιους στην πρωτότυπη μορφή τους. Έτσι έγινε αντίστροφη μετάφραση αυτών των συγγραμμάτων, τα οποία εντάχθηκαν εκ νέου στην ελληνορωμαϊκή γραμματεία.
Κυνήγι για παλαιά βιβλία
Στην εποχή που ονομάζουμε σήμερα «Αναγέννηση» (Renaissance) και σημαίνει «αναγέννηση του ελληνορωμαϊκού πνεύματος», εκδηλώθηκε για την τέχνη και τη γνώση που ανακαλύφθηκαν εκ νέου ένας ενθουσιασμός στο χώρο των λογίων της Ευρώπης. Ο μορφωμένος, ιδιαίτερα ο γλωσσικά μορφωμένος άνθρωπος, ανέπτυξε ως ιδανικό την κατά το δυνατόν ακριβή απόδοση του περιβάλλοντος κόσμου από ζωγράφους και γλύπτες. Ακόμα και οι πάπες δεν είχαν πλέον κανένα πρόβλημα να εμφανίζονται στην αρχαία γραμματεία «θεοί των ειδωλολατρών». Κανένας δεν θεωρούσε πλέον τους θεούς των Ελλήνων ανταγωνιστές στον δικό τους «αληθινό θεό».  
Μεταξύ των ουμανιστών δημιουργήθηκε η ανάγκη να ανακαλύπτουν όλο και περισσότερα έργα της αρχαιότητας. Έτσι προέκυψε η ανακάλυψη του έργου «De rerum natura»  από τον Μπρατσολίνι στο έτος 1417 στη Γερμανία. Το όνομα του Λουκρήτιου ήταν ήδη γνωστό, π.χ. επειδή ο Οβίδιος είχε επαινέσει την ποιητική δεινότητά του. Εκτός αυτού, υπήρχε μία παράγραφος στο Χρονικό του σημαντικού εκκλησιαστικού πατέρα Ιερώνυμου (347-420), ο οποίος είχε καταγράψει απαξιωτικά για το έτος 94 π.Χ.: «Γεννήθηκε ο ποιητής Titus Lucretius. Αφού περιέπεσε στην τρέλα με ένα ερωτικό ποτό και στα διαλείμματα της τρέλας του έγραφε διάφορα βιβλία, τα οποία επιθεώρησε αργότερα ο Κικέρων, αυτοκτόνησε στο 44ο έτος της ηλικίας του.»  
Ο βιβλιοκυνηγός Μπρατσολίνι ζήτησε να γίνει αντίγραφο αυτού του βιβλίου που ανακάλυψε και διέδωσε έτσι το ποίημα. Όπως γράφει ο Αμερικάνος μελετητής και καθηγητής της λογοτεχνίας Stephen Greenblatt στο Πανεπιστήμιο Harvard, στο βιβλίο του «The Swerve» (Η Παρέκκλιση), ο Ιταλός δεν φαντάστηκε ότι, διαδίδοντας αυτό ακριβώς το ποίημα, «έθεσε σε κυκλοφορία ένα έργο που αναιρούσε όλο το πνευματικό σύμπαν της εποχής».
Εντυπωσιασμένοι από τη γλώσσα και το βάθος του ποιήματος
Μετά την επαναφορά του έργου του Λουκρήτιου, το οποίο κυκλοφόρησε τελικά το έτος 1473, οι λόγιοι της εποχής ήταν εντυπωσιασμένοι από τη γλώσσα και το βάθος του ποιήματος. Είναι γνωστές πάνω από 50 χειρόγραφες εκδόσεις του έργου που κυκλοφόρησαν ήδη το 15ο αιώνα. Πέρα απ’ αυτό, σημαντικό κίνητρο για περίσκεψη έδινε το γεγονός, ότι το περιεχόμενο του βιβλίου δεν ήταν προϊόν κάποιας θεϊκής αποκάλυψης ή ψευδαισθήσεων υπό την επήρεια ουσιών, όπως υπονοούσε ο Ιερώνυμος, αλλά συμπεράσματα από προσωπικές παρατηρήσεις της φύσης. Παρατηρήσεις, τις οποίες συνέλεγαν και κατηγοριοποιούσαν οι Επικούρειοι φιλόσοφοι και επιβεβαίωναν οι ερευνητές της Αναγέννησης.
Ακόμα και άνθρωποι με αρνητική προδιάθεση μελετούσαν και διέδιδαν το ποίημα του Λουκρήτιου. Ο Έρασμος (Erasmus) ασχολήθηκε με αυτό, όπως και ο Μόρους (Thomas Morus). Εντυπωσιασμένος από τον Λουκρήτιο ήταν και ο Δομινικανός μοναχός Τζορντάνο Μπρούνο (Giordano Bruno), ο οποίος διαχώρισε σταδιακά τη θέση του από τον καθολικισμό και το έτος 1600 οδηγήθηκε στην παπική πυρά για τιμωρία. Ο Μακιαβέλι (Niccolo Machiavelli) είχε διαβάσει τον Λουκρήτιο, ο ντε Μονταίν (Michel de Montaigne) είχε αντίτυπα του έργου και συχνά απήγγειλε στίχους του ποιήματος. Ακόμα και ο Γαλιλαίος (Galileo Galilei) κατηγορήθηκε για «Ατομικισμό» - μια αντίληψη που σχετιζόταν με εκείνη του Λουκρήτιου και των Επικούρειων. Ο Νεύτων (Isaac Newton) προσπάθησε να συγκεράσει την ατομιστική θεώρηση του Επίκουρου με τις χριστιανικές αντιλήψεις του.
Έτσι εισήλθε η «Επιδίωξη για Ευτυχία» στο Σύνταγμα των ΗΠΑ
Ο Ντιντερό (Denis Diderot) απήγγειλε τον Λουκρήτιο, ο Βολταίρος (François-Marie Arouet Voltaire) ανέλυσε το ποίημά του. Ο Καντ (Ιmmanuel Kant) κράτησε απόσταση από την άρνηση της θρησκείας που πρέσβευε ο Λουκρήτιος ο Χέρντερ (Johann Gottfried Herder) υποστήριξε τη μετάφραση του έργου στα γερμανικά, στην οποία συναίνεσε και ο Γκαίτε (Johann Wolfgang Goethe), αν και ο τελευταίος απέρριπτε την επικούρεια αντίληψη για το θάνατο.
Υπάρχουν ακόμα υπαινιγμοί του Σαίξπηρ στον Λουκρήτιο, καθώς και στο έργο άλλων δραματικών θεατρικών συγγραφέων της εποχής, αλλά και σε πίνακες του Μποτιτσέλλι (Sandro Botticelli). Ο Τόμας Τζέφερσον (Thomas Jefferson) κατείχε πέντε εκδόσεις του ποιήματος. Δεν είναι δύσκολο λοιπόν να ιχνηλατηθεί η διαδρομή που ακολούθησε αυτός ο ιδρυτικός πατέρας των ΗΠΑ μέχρι την ιδέα να εντάξει την «επιδίωξη για ευτυχία» στο Σύνταγμα της χώρας του. 
Η επίδραση του ποιήματος «De rerum natura» λειτουργούσε διαχρονικά στο παρασκήνιο. Ενεργοποίησε συλλογισμούς, άλλαξε προοπτικές. Αλλά, ακόμα κι αν θεωρεί κάποιος σήμερα το ποίημα σχεδόν ξεχασμένο: Η μεγάλη σημασία του για τον εμπλουτισμό της σύγχρονης κοινωνίας με αξίες, όπως αξιοπρέπεια των ανθρώπων, με θρησκευτικές ελευθερίες και με ελευθερία της γνώμης, αλλά και η αξίωση για ισότητα όλων, ανεξάρτητα από γένος, προέλευση ή πίστη, δεν είναι δυνατόν να αποσιωπηθούν.
Όποιος δεν βρίσκει λοιπόν κάποιο λόγο να γιορτάσει τον Λούθηρο και τη χριστιανική πίστη του, μπορεί να αξιοποιήσει εκείνη την εποχή πανηγυρίζοντας για μια άλλη επέτειο: Τα 600 χρόνια από την εκ νέου ανακάλυψη του ποιήματος «De rerum natura»._


Απόδοση στα ελληνικά από τον ομ. καθηγητή Στ. Γ. Φραγκόπουλο.
Ο Markus Christian Schulte von Drach, 52 ετών, Γερμανός από το Dortmund, είναι Διδάκτωρ Βιολογίας, ερευνητής εγκεφαλικών διεργασιών, συγγραφέας και δημοσιογράφος.